Φθινόπωρο του 1912, τα μακεδονικά βουνά έτρεμαν από το ξέσπασμα του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου. Οι βαλκανικές χώρες Σερβία, Βουλγαρία, Μαυροβούνιο και Ελλάδα είχαν συμμαχήσει τότε για να διώξουν τους Τούρκους από τα δικά τους εδάφη. Ο ελληνικός στρατός, ενωμένος σε συμμαχία, προχώρησε ακάθεκτος προς την απελευθέρωση της Μακεδονίας. Στις 26 Οκτωβρίου 1912 τα ελληνικά στρατεύματα μπήκαν θριαμβευτικά στη Θεσσαλονίκη, σκορπώντας ικανοποίηση και ελπίδα σε κάθε γωνιά της Χαλκιδικής. Το χαρμόσυνο μήνυμα ότι η μεγάλη πόλη της Μακεδονίας γύριζε για πρώτη φορά «στη μάνα Ελλάδα» ταξίδεψε γρήγορα με τους αγγελιαφόρους, φωτίζοντας τις καρδιές των κατοίκων ως την ορεινή Άρναια.

Εκατοντάδες Αρναιώτες, πολλοί από τους οποίους διατηρούσαν στις καρδιές τους αναμνήσεις από τους παλιούς αγώνες (το ξέσπασμα της Επανάστασης του 1821 στα πάτρια εδάφη, ή τον Μακεδονικό Αγώνα της δεκαετίας του 1900), είχαν ήδη προετοιμαστεί για την ελευθερία. Έγιναν επιτροπές άμυνας στις συνοικίες, κρατώντας κρυφά όπλα και πληροφορίες. Οι γεωργοί και κτηνοτρόφοι της περιοχής, που τόσα χρόνια ζούσαν σκλαβωμένοι κάτω από τον τουρκικό ζυγό, έστειλαν τους νέους τους να πολεμήσουν στα βουνά της Μακεδονίας ή στο πλευρό του ελληνικού στρατού. Οι παπάδες και οι δάσκαλοι ξύπνησαν σ’ όλα τα σπίτια το εθνικό φρόνημα, και κρυφά ολόκληρα δίκτυα υποστήριξης συγκροτήθηκαν ώστε η γη της Άρναιας να είναι έτοιμη να δεχθεί την ελευθερία. Κι όταν άρχισαν οι πρώτες νίκες του ελληνικού στρατού στα Γιαννιτσά και αλλού, ο θρίαμβος που έφτανε έδωσε κουράγιο στους ντόπιους: έσφιγγαν τα χέρια, γέμιζαν τις εκκλησιές με προσευχές και στο νου τους έπλεκαν όνειρα ελεύθερης μέρας.

Τις μέρες πριν από τις 2 Νοεμβρίου, το χωριό της Αρναίας ήταν γεμάτο αναμονή. Οι κάτοικοι ξύπνησαν από το πρωί και άφησαν για λίγο τις καθημερινές τους δουλειές· πολύ πριν ξημερώσει, οι γερόντισες άναψαν λαμπάδες στο παλιό ξωκκλήσι του Αγίου Στεφάνου και οι νέοι ανέμιζαν ελληνικές σημαίες φτιαγμένες βιαστικά από σεντόνια στα στενά σοκάκια.  ορίζοντα φαινόταν πια κόκκινες σημαίες, στην Αρναία όλα ήταν νηφάλια. Πώς να περιγράψει κανείς το δέος των ψυχών όταν όλοι, γυναίκες και άντρες, περίμεναν στην καρδιά του χωριού συγκινημένοι και ακίνητοι, την κατεύθυνση του χάρτη τους να γράφει πια «Ελευθερία»;

Στις πρώτες ώρες της 2ας Νοεμβρίου 1912, η σιγή της αυγής διέκοψε ένας νεανικός λόχος και βήματα. Ο ανθυπολοχαγός Ιωάννης Αλεξάκης, επικεφαλής ενός μικρού φυλακίου του Α’ Ανεξάρτητου Τάγματος Κρητών, εισήλθε νικητής στην πλατεία της Άρναιας. Ο ίδιος και οι στρατιώτες του φορούσαν τις ψηλές τους μπότες και  στρατιωτικά, δίνοντας πάνω στο κάμπο μια υπόσχεση ελευθερίας. Στο βάθος της πλατείας ξεπρόβαλλε ο επιβλητικός ναός του Αγίου Στεφάνου, μαρτυρώντας με την παρουσία του τις παλιές φωτιές της επανάστασης. Μπροστά στέκονταν οι ντόπιοι άρχοντες και ο Μητροπολίτης Ιερισσού, ο μακαριστός Σωκράτης, μαζί με πλήθος ανδρών και γυναικών που μόλις είχαν καταλάβει τι συνέβαινε. Τότε ο Αλεξάκης έστρεψε το βλέμμα του στον λαό και με φωνή γεμάτη υπερηφάνεια και ειλικρινή συγκίνηση ανακοίνωσε το χαρμόσυνο μήνυμα. «Αδέλφια!» είπε, «φέρνουμε σε εσάς σήμερα αυτό που οι προγονοί σας ποθούσαν επί γενεές. Ελευθερία!» Τη στιγμή που η φράση «Ανάτειλε η αυγή της Ελληνικής Ελευθερίας» αντήχησε από τα χείλη του, άπλωσε γύρω της μια γαλήνη δακρύβρεχτη. Ήταν η στιγμή που τ’ όνειρο δεκαετιών πήρε σάρκα και οστά: η Μακεδονία σηκωνόταν όρθια και η Αρναία ξαναγεννιόταν σαν ελληνικός τόπος.

Η υποδοχή που ακολούθησε υπήρξε ανείπωτη. Οι γυναίκες γέμισαν τα χέρια τους με γιορτινά άνθη και δάκρυζαν από χαρά, ενώ τα παιδιά γύριζαν με πλατιά χαμόγελα και φώναζαν «ζήτω!» ακούγοντας ξανά το «ύμνον ηρώων». Κι εκείνες οι λίγες ώρες του μεσημεριού έγιναν θρυλικές: τα χρώματα άσπρο και γαλάζιο κυμάτισαν περήφανα σε κάθε στέγαστρο, και ο ελληνικός ύμνος δονούσε τα στενά σαν ευχάριστη κραυγή.

Πλήθος κόσμου βγήκε στα μπαλκόνια και στις αυλές, βροντοφωνάζοντας το «Ζήτω η Ελλάδα!» για πρώτη φορά χωρίς φόβο. Οι ηλικιωμένοι, που σαν έφηβοι είχαν δει το χωριό τους να καίγεται από τους Τούρκους, γονάτισαν στην αγκαλιά της γης, συγκινημένοι που δεν έπρεπε πια να κλαίνε. Οι πιο τολμηροί πρόσφεραν στους γηγενείς στρατιώτες ψωμί και αλάτι, έθιμο καλωσορίσματος σ’ αυτή τη γη· και κάποιοι ανέβηκαν στο νέο καμπαναριό που έφτιαχναν  όπου κρέμασαν με ευλάβεια ένα ρολόι ένα παλιό κλεμμένο από τους Τούρκους το 1821 συμβολίζοντας πως η ώρα της ελευθερίας είχε έρθει κι επίσημα.

Η ημέρα της 2ας Νοεμβρίου κύλησε με πανηγυρικές εκδηλώσεις ανά την κωμόπολη. Στον ναό του Αγίου Στεφάνου τελέστηκε δοξολογία ο παπάς με δακρυσμένα μάτια ευλόγησε τους ελευθερωτές.

Ήταν η αυγή ενός νέου κεφαλαίου για την Άρναια. Από εκείνη την ημέρα, κάθε νοητός τρόπος μίμησης γινόταν άχαρος: τα βήματα πλέον γράφανε ένα τραγούδι περήφανο. Οι ντόπιοι έβλεπαν το τοπίο τους με άλλα μάτια ως μέρος της μητέρας Ελλάδας και τα χείλη τους ψιθύριζαν τιμή στις ψυχές που «έπεσαν» για να δουν σ’ αυτό το χώμα παντού ελληνικές σημαίες. Κι έτσι, με πατριωτική συγκίνηση και ευγνωμοσύνη, καθιερώθηκε κάθε χρόνο να εορτάζεται εκείνη η μέρα .

Το γεγονός της 2ας Νοεμβρίου 1912 έμεινε χαραγμένο στο συλλογικό θυμικό των Αρναιωτών, σαν μια μεγάλη κερδισμένη μέρα, η οποία  όπως αναλογίζονταν όφειλε να γίνει ζωντανό παράδειγμα για κάθε επόμενη γενιά.

Κάνε κλικ εδώ και ενημερώσου άμεσα στο Google News με όλα τα νέα του xalkidikipolitiki.com

Πρόσθεσέ μας στο Feed της Google