Μια συνέντευξη ζωής, διαδρομής και αξιών, με βαθιά αναφορά στη Χαλκιδική, τις ευκαιρίες, τις ανισότητες και το όραμα για τον τόπο. Ο Νίκος Μπλόσκας μιλά με ειλικρίνεια για τα παιδικά του χρόνια στη Συκιά, τις σπουδές, τις δυσκολίες, τις επιλογές που τον σημάδεψαν και τη σημερινή του θέση στο κέντρο των πολιτικών και θεσμικών εξελίξεων της χώρας.
Η συνέντευξη δόθηκε στη δημοσιογράφο Σουζάνα Καζάκα.
–Κύριε Μπλόσκα, γεννηθήκατε και μεγαλώσατε στη Συκιά. Ποια εικόνα από εκείνα τα χρόνια σας ακολουθεί ακόμη όταν ακούτε Χαλκιδική και πώς διαμόρφωσε τον χαρακτήρα σας
Η Χαλκιδική ποτέ δεν έφυγε από μέσα μου, είναι το κορυφαίο ταυτολογικό μου στοιχείο, ακόμα και σήμερα. Η εικόνα που μου προκαλεί τη μεγαλύτερη νοσταλγία είναι αυτή των γειτονιών της, των παιδιών που παίζουν και κάνουν φασαρία, οι εκκλησίες της, τα καφενεία της, όλα αυτά που μας ξεχωρίζουν και κινδυνεύουμε δυστυχώς να απωλέσουμε.
Φέτος συμπλήρωσα περισσότερα χρόνια εκτός Χαλκιδικής απ’ ότι εντός της. Αυτό μου άφησε μια πικρή γεύση. Αφενός δεν έχουν εκλείψει οι λόγοι που με ανάγκασαν να φύγω, το οποίο σημαίνει ότι ακόμα και σήμερα αυτό ισχύει και για άλλους σαν και εμένα. Αφετέρου ακόμα μετά από τόσα χρόνια απουσίας, εξακολουθώ να λογίζω τη Χαλκιδική ως σπίτι μου. Η επίγνωση της αναγκαιότητας ότι έπρεπε για βιοποριστικούς λόγους να φύγω, με στιγμάτισε, ωστόσο ήταν επίσης αυτή που με ώθησε ή με ανάγκασε θα μπορούσε να πει κανείς, να προσπαθώ περισσότερο.
-Υπάρχει η άποψη ότι όσοι μεγαλώνουν μακριά από την Αθήνα έχουν πιο μικρά όνειρα. Εσείς πώς το βιώσατε και πόσο σας επηρέασε η μικρή κοινωνία της Συκιάς στις αξίες και τις φιλοδοξίες σας
Τα όνειρα είναι ελευθέρως προσβάσιμα σε όλους, είτε βρίσκονται στην Αθήνα, είτε στη Συκιά, αντιθέτως αυτό που δεν είναι εξίσου προσβάσιμο, είναι τα μέσα επίτευξής τους. Αυτή η εγγενής ανισότητα δεν μου ήταν εμφανής στο πλήρες μέγεθός της, μέχρι να φύγω. Αφού το κατάλαβα, μου έγινε αντιληπτό, ότι απλώς έπρεπε να προσπαθήσω πολύ περισσότερο. Το στοίχημα για εμένα ήταν να διατηρήσω αυτό που είμαι, τον τρόπο με τον οποίο μεγάλωσα, αλλά παράλληλα να προσαρμοστώ σε ένα εντελώς διαφορετικό περιβάλλον. Θέλω να πιστεύω ότι αυτό το έχω καταφέρει, το μόνο που γνωρίζουν όλοι μου οι συνάδελφοι για εμένα, είναι ότι είμαι από τη Συκιά, κάτι το οποίο με κάνει εξαιρετικά περήφανο.
-Ποιες σπουδές ακολούθησαν μετά το Γυμνάσιο και το Λύκειο στη Συκιά και ποια στιγμή καταλάβατε ότι ο δρόμος σας οδηγεί προς τη Νομική υπήρξε άνθρωπος που έπαιξε καθοριστικό ρόλο σε αυτή την επιλογή
Πρώτη μου επιλογή ήταν η κοινωνιολογία, από όπου αποφοίτησα πρώτος στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, έχοντας συγκεντρώσει την υψηλότερη βαθμολογία από την ίδρυση του τμήματος, μέχρι την αποφοίτησή μου. Έπειτα συνέχισα τις μεταπτυχιακές μου σπουδές στην κοινωνική ανάπτυξη στο ίδιο πανεπιστήμιο, ξεκινώντας παράλληλα τις σπουδές μου στη Νομική του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου Θράκης. Και στα δύο κατάφερα να αποφοιτήσω ομοίως με άριστα, βγαίνοντας πρώτος κατά την ορκωμοσία μου.
Ερχόμενος στην Αθήνα συνέχισα αυτές τις σπουδές εμβαθύνοντας στο δημόσιο δίκαιο και ειδικότερα στο δίκαιο του περιβάλλοντος στο οικείο μεταπτυχιακό πρόγραμμα της Νομικής Αθηνών, από όπου αποφοίτησα επίσης με άριστα, συνεχίζοντας τις σπουδές μου στο ίδιο τμήμα, πλέον ως υποψήφιος διδάκτορας συνταγματικού δικαίου. Υπάρχουν πολλοί που με επηρέασαν, κανένας ωστόσο τόσο, όσο ο νυν εργοδότης μου και πρώην καθηγητής μου Στέλιος Κουτνατζής, ο οποίος αποτέλεσε και αποτελεί παράδειγμα για εμένα, τόσο για τις γνώσεις του, όσο και για το ήθος του. Βέβαια τον γνώρισα κατά τη διάρκεια των νομικών σπουδών μου και όχι πριν. Η νομική ως επιλογή ήταν μια ώριμη σκέψη, ως μέσο εφαρμογής των γνώσεων και κυρίως των ιδεών μου.
-Όταν φύγατε από τη Χαλκιδική για σπουδές ποιο ήταν το σημαντικότερο εφόδιο που πήρατε μαζί σας και τι ήταν αυτό που σας έλειψε περισσότερο στα πρώτα σας βήματα
Σαφέστατα οι φίλοι μου και το χωριό μου. Τότε, ακόμα και μια μικρή πόλη, όπως η Μυτιλήνη, όπου έκανα το πρώτο πτυχίο μου, μου φαινόταν τεράστια, ενώ κάθε φορά που μιλούσα, προσπαθούσα να συγκρατήσω την προφορά μου. Το σημαντικότερο εφόδιο που έλαβα ήταν η υποστήριξη των συγχωριανών μου, ένιωθα ότι ενώ αντικειμενικά δεν μπορούσε να με βοηθήσει κανένας, είχα δίπλα μου έναν ολόκληρο τόπο. Αυτό θα έλεγα ότι ήταν και το προτέρημά μου, τρέποντας όλο αυτό σε συγκριτικό πλεονέκτημα και πείσμα.
-Στη διαδρομή σας μέχρι τη δικηγορία ποιες ήταν οι πιο δύσκολες στιγμές και υπήρξε στιγμή που σκεφτήκατε να τα παρατήσετε τι σας κράτησε τελικά όρθιο
Η δικηγορία είναι άμεσα συνυφασμένη για εμένα με την Αθήνα. Ήξερα ότι μια τοπική και κλειστή αγορά, όπως αυτή της Χαλκιδικής, ιδίως τα χρόνια των μνημονίων και της κρίσης, δεν μπορούσε να με συντηρήσει. Παράλληλα, ήξερα ότι είχα χτίσει ένα πολύ ισχυρό βιογραφικό που στην Αθήνα θα τύγχανε καλύτερης αντιμετώπισης. Συνεπώς διάλεξα τον δύσκολο δρόμο και για πρώτη φορά στη ζωή μου κατέβηκα στην Αθήνα.
Η πρώτη μου μέρα στην Αθήνα, ήταν αυτή στην οποία εγγράφηκα ως ασκούμενος δικηγόρος στον Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών. Κατέβηκα στην κυριολεξία με μια βαλίτσα και κλεισμένες 2–3 συνεντεύξεις. Έπειτα μου πήρε περίπου δύο εβδομάδες να βρω δουλειά, ευτυχώς σε ένα πολύ καλό γραφείο του Κολωνακίου, στο κέντρο της Αθήνας και έναν μήνα να βρω ένα μικρό σπίτι που θα μπορούσα να συντηρήσω. Μέχρι τότε έμενα σε συγγενείς και φίλους.
Για όποιον δεν έχει επίγνωση τι συνεπάγεται η δικηγορική άσκηση στην Αθήνα, αυτό σημαίνει ελάχιστος χαμηλότερος από τον κατώτατο μισθός και ατέλειωτες ώρες εργασίας σε ομολογουμένως δύσκολες συνθήκες. Εξ αυτού του λόγου η άσκηση είναι ένα σημαντικό crash test, ιδίως για όσους δεν έχουν ένα οικογενειακό γραφείο ως βάση.
Η απάντηση στο τι με κράτησε όρθιο είναι απλή: δεν είχα καν την επιλογή να τα παρατήσω, δεν υπήρχε καμία εναλλακτική, όλες μου οι προσπάθειες με είχαν οδηγήσει εκεί.
-Φανταζόσασταν ποτέ ότι θα εργαζόσασταν στο Μέγαρο Μαξίμου και ποια ακριβώς είναι τα καθήκοντα και οι ευθύνες του ρόλου σας στη Γενική Γραμματεία του Πρωθυπουργού
Η απάντηση σ’ αυτό είναι ειλικρινά ποτέ. Ο λόγος που έφτασα σ’ αυτή τη θέση ήταν ένας συνδυασμός σκληρής δουλειάς και τύχης. Όταν ο πρώην καθηγητής μου Στέλιος Κουτνατζής ορίστηκε Γενικός Γραμματέας Νομικών και Κοινοβουλευτικών Θεμάτων, μου απηύθυνε πρόσκληση να τον ακολουθήσω ως νομικός του σύμβουλος στη Βουλή, δεν δίστασα καθόλου. Στη Βουλή κατάφερα να εξελιχθώ σε προϊστάμενο του μεγαλύτερου τμήματος της Διεύθυνσης Νομοπαρασκευαστικής Διαδικασίας. Πρόκειται για την καρδιά του επιτελικού κράτους, τον θεματοφύλακα της νομοθέτησης. Ακολούθως, όταν ο μέντοράς μου αναβαθμίστηκε σε Γενικό Γραμματέα Πρωθυπουργού, μου εμπιστεύθηκε τη θέση του Διευθυντή στο Μέγαρο Μαξίμου, με βασικό καθήκον την υποστήριξη του ίδιου του Πρωθυπουργού.
-Τώρα που βλέπετε τη Χαλκιδική με ώριμη ματιά, τι θεωρείτε ότι της λείπει πραγματικά
Πραγματικά δεν της λείπει τίποτα και αυτό είναι το δυστύχημα. Είναι ένας τόπος που τα έχει όλα. Το πρόβλημα είναι ότι κινδυνεύει να μετατραπεί σε έναν τόπο χωρίς φυσιογνωμία, σε ένα απλό τουριστικό προϊόν, όπου οι κάτοικοι αντιμετωπίζονται ως αναγκαίο κακό. Το ξεπερασμένο μοντέλο ανάπτυξης αντιμετωπίζει τον τουρισμό ως αυτοσκοπό και όχι ως εργαλείο.
-Από τη Συκιά στο Μαξίμου, τι μήνυμα θέλετε να αφήσετε στα παιδιά της Χαλκιδικής που φοβούνται να ονειρευτούν
Θα έλεγα να μην σταματούν να προσπαθούν και να μην τα παρατάνε. Κανένας δεν έχει το ηθικό δικαίωμα προτεραιότητας σε οτιδήποτε. Όλα κατακτώνται με σκληρή και αδιάκοπη δουλειά, παρά τις αποτυχίες.











