Η ελληνική παραγωγή ελαιολάδου παραμένει από τις πιο ποιοτικές στον κόσμο, όμως χάνει σημαντική υπεραξία στη διεθνή αγορά, με αποτέλεσμα οι Έλληνες παραγωγοί να χάνουν ετησίως περίπου 250-300 εκατ. ευρώ. Το βασικό πρόβλημα εντοπίζεται στην πολύ χαμηλή τυποποίηση της παραγωγής, καθώς μόλις το 30% του ελληνικού ελαιολάδου τυποποιείται, σε αντίθεση με την Ισπανία (70%) και την Ιταλία (σχεδόν 100%). Το υπόλοιπο εξάγεται χύμα κυρίως σε Ιταλία και Ισπανία, όπου αναμειγνύεται με άλλα ελαιόλαδα και διακινείται ως «ιταλικό προϊόν», με αποτέλεσμα οι Έλληνες παραγωγοί να χάνουν την υπεραξία του προϊόντος τους, ενώ η Ιταλία επωφελείται από την υψηλή τιμή των επώνυμων προϊόντων.
Η παγκόσμια παραγωγή ελαιολάδου για την περίοδο 2025-2026 εκτιμάται στους 3-3,1 εκατ. τόνους, σημειώνοντας μικρή πτώση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά λόγω κλιματικών πιέσεων και φυσικής κυκλικότητας της ελιάς. Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Ισπανία παραμένει κυρίαρχη με 1,37-1,55 εκατ. τόνους, ενώ η Ιταλία ανακάμπτει με αύξηση περίπου 30% στη νότια χώρα. Η ελληνική παραγωγή αναμένεται να παραμείνει σταθερή στους 240-250 χιλιάδες τόνους, ενώ χώρες όπως η Τουρκία, η Τυνησία και η Πορτογαλία εμφανίζουν μεταβολές ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες.
Οι τιμές παραγωγού στην Ελλάδα παραμένουν χαμηλές: στα Χανιά η τιμή του εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου διαμορφώθηκε στα 4,40 €/κιλό, 34% κάτω από πέρυσι, ενώ στην Ιταλία η τιμή παραγωγού φτάνει τα 9,43 €/κιλό. Το ελληνικό ελαιόλαδο, παρά την υψηλή ποιότητά του, παραμένει σε μεγάλο βαθμό «ανώνυμο», καθώς η πλειονότητα της παραγωγής εξάγεται χύμα και δεν αξιοποιείται ως επώνυμο προϊόν. Στην αγορά επώνυμου ελαιολάδου, η Ελλάδα καταλαμβάνει μόλις 2%-3% μερίδιο, παρά τη συμμετοχή της στο περίπου 10% της παγκόσμιας προσφοράς.
Η χαμηλή τυποποίηση, η έλλειψη επώνυμου branding και οι εμπορικές πρακτικές άλλων χωρών, όπως η Ιταλία, έχουν οδηγήσει στην εικόνα ότι το ελληνικό ελαιόλαδο είναι κατώτερης ή άγνωστης ποιότητας, ενώ στην πραγματικότητα συχνά αναμειγνύεται και πωλείται ως «Made in Italy» σε διπλάσια ή τριπλάσια τιμή. Η πρακτική αυτή στερεί από τους Έλληνες παραγωγούς σημαντικά κέρδη, ενώ ενισχύει την αντίληψη των καταναλωτών ότι το ιταλικό ελαιόλαδο υπερέχει σε ποιότητα.
Για να ανακτήσει η Ελλάδα την υπεραξία του προϊόντος της, προτείνεται η αύξηση της τυποποίησης, η επένδυση σε πιστοποιημένα ΠΟΠ/ΠΓΕ προϊόντα και η δημιουργία στρατηγικού branding για το ελληνικό ελαιόλαδο. Επιπλέον, συνιστάται συνεργασία με δίκτυα διανομής στην Ιταλία και συμμετοχή σε διεθνείς εκθέσεις, όπως η Olio Capitale και η Tuttofood, ώστε να προωθηθεί ως επώνυμο και ποιοτικό προϊόν. Αν αξιοποιηθεί σωστά, η ελληνική παραγωγή μπορεί να ανακτήσει σημαντικά κέρδη, να ενισχύσει τη διεθνή της εικόνα και να ανταγωνιστεί ισάξια άλλες μεσογειακές χώρες στην αγορά ελαιολάδου.










