Η συμφωνία ΕΕ-Μερκοσούρ: το τέλος της ελληνικής αγροτιάς και η αυταπάτη του «φθηνού τροφίμου»

Τι σημαίνει για τον αγροτικό κόσμο. Τι σημαίνει για τους καταναλωτές. Τι σημαίνει για την Ελλάδα.

Η συμφωνία ελεύθερων συναλλαγών Ευρωπαϊκής Ένωσης και Μερκοσούρ δεν είναι μια τεχνική εμπορική ρύθμιση. Είναι μια βαθιά πολιτική επιλογή που μεταφέρει το κόστος της «ανταγωνιστικότητας» στους ώμους των αγροτών και των κοινωνιών της περιφέρειας. Και για την Ελλάδα, μια χώρα με ισχυρή πρωτογενή παραγωγή, μικρό κλήρο και υψηλό κόστος, ισοδυναμεί με δομικό πλήγμα στον αγροτικό κόσμο.

Η Μερκοσούρ συγκροτεί μια τεράστια αγροτική ζώνη με γεωργική έκταση τριπλάσια της ευρωπαϊκής και χαμηλό κόστος παραγωγής. Η συμφωνία προβλέπει κατάργηση ή δραστική μείωση του 93% των δασμών, ανοίγοντας την ευρωπαϊκή αγορά σε μαζικές εισαγωγές αγροτικών προϊόντων. Το αποτέλεσμα είναι σαφές: φθηνότερες εισαγωγές για τους μεγάλους παίκτες, ασφυκτική πίεση για τους παραγωγούς της περιφέρειας.

Τι σημαίνει για τον αγροτικό κόσμο

Στην Ελλάδα ο πρωτογενής τομέας δεν είναι περιθώριο της οικονομίας. Το 9% της απασχόλησης αφορά επαγγελματίες αγρότες και άλλο 9% τη μεταποίηση, ενώ το 40% της μεταποίησης συνδέεται με τα τρόφιμα. Κάθε πλήγμα στη γεωργία μεταφέρεται σε ολόκληρη την οικονομία.

Τα στοιχεία είναι αμείλικτα. Το 2024 η Ελλάδα εισήγαγε από τη Μερκοσούρ αγροτικά προϊόντα, τρόφιμα και ποτά αξίας 452 εκατ. ευρώ και εξήγαγε μόλις 34,5 εκατ. ευρώ. Αναλογία 1 προς 13 εις βάρος της χώρας. Με τη μείωση των δασμών το χάσμα αυτό δεν κλείνει, ανοίγει.

Οι Έλληνες παραγωγοί καλούνται να ανταγωνιστούν προϊόντα που παράγονται σε τεράστιες καθετοποιημένες εκτάσεις με πολύ χαμηλό εργατικό κόστος με εκτεταμένες γενετικά τροποποιημένες καλλιέργειες με περιβαλλοντική υποβάθμιση και αποψίλωση και με ελλιπή ιχνηλασιμότητα και ελέγχους.

Απέναντι σε αυτό το μοντέλο, ο Έλληνας αγρότης λειτουργεί με ακριβή ενέργεια, αυστηρούς κανόνες, μικρό κλήρο και περιορισμένες οικονομίες κλίμακας. Η πίεση στις τιμές παραγωγού οδηγεί σε παραγωγή κάτω του κόστους, σε οικονομική ασφυξία, σε εγκατάλειψη της γης.

Οι τομείς που πλήττονται άμεσα είναι μέλι, ρύζι, καλαμπόκι, κρέας βοοειδών και πουλερικών, κρασί, επιτραπέζια σταφύλια, λεμόνια, αβοκάντο. Η συνέπεια είναι διπλή: εξόντωση μικρών και μεσαίων εκμεταλλεύσεων και ενίσχυση μεγάλων εισαγωγικών συμφερόντων. Μαζί με αυτά έρχεται και ο κίνδυνος ελληνοποιήσεων και μονοπωλιακών πρακτικών.

Τι σημαίνει για τους καταναλωτές

Η συμφωνία παρουσιάζεται ως όφελος επειδή υπόσχεται χαμηλότερες τιμές στο ράφι. Πρόκειται για βραχυπρόθεσμη ψευδαίσθηση.

Ναι, κάποια προϊόντα μπορεί να γίνουν φθηνότερα πρόσκαιρα. Όμως όταν η εγχώρια παραγωγή συρρικνωθεί, οι μικροί παραγωγοί εκτοπιστούν και η αγορά περάσει στα χέρια λίγων μεγάλων εισαγωγέων, τότε ο καταναλωτής δεν θα έχει «φθηνό φαγητό», αλλά εξάρτηση από εισαγωγές και έλεγχο της αγοράς από λίγους.

Ταυτόχρονα τίθενται σοβαρά ζητήματα ποιότητας και ασφάλειας τροφίμων. Οι διαφορετικοί τρόποι παραγωγής στις χώρες της Μερκοσούρ, η χρήση απαγορευμένων στην ΕΕ ουσιών, οι ορμόνες, τα υπολείμματα φυτοφαρμάκων, οι γενετικά τροποποιημένοι οργανισμοί και η ελλιπής ιχνηλασιμότητα δεν μπορούν να ελεγχθούν επαρκώς με δειγματοληπτικούς ελέγχους στα σύνορα. Ο καταναλωτής μπορεί να πληρώσει λίγο λιγότερο σήμερα, αλλά αύριο θα πληρώσει με χαμηλότερη ποιότητα, διατροφική ανασφάλεια και απώλεια της αυτάρκειας.

Τι σημαίνει για την εθνική οικονομία

Το αγροτικό εμπορικό ισοζύγιο της χώρας παραμένει ελλειμματικό. Στο παρελθόν ελλείμματα άνω των 2 δισ. ευρώ στα αγροτικά προϊόντα συνέβαλαν καθοριστικά στη χρεοκοπία. Το 2025 το έλλειμμα έχει ήδη επανέλθει σε ανησυχητικά επίπεδα.

Η συμφωνία ΕΕ–Μερκοσούρ αυξάνει τις εισαγωγές, δεν ενισχύει ουσιαστικά τις ελληνικές εξαγωγές, βαθαίνει το εμπορικό έλλειμμα και εντείνει την εξάρτηση της χώρας από το εξωτερικό για βασικά τρόφιμα.

Το προβλεπόμενο ταμείο αποζημιώσεων είναι ανεπαρκές και δεν αποτελεί πραγματική δικλείδα προστασίας για την ελληνική γεωργία.

Η συμφωνία ΕΕ-Μερκοσούρ δεν είναι αναπτυξιακή για την Ελλάδα, δεν προστατεύει τον αγροτικό κόσμο, δεν διασφαλίζει την ποιότητα της διατροφής.

Αντίθετα ισοπεδώνει τις τιμές παραγωγού, οδηγεί σε μαζική εγκατάλειψη της γεωργίας, μετατρέπει τη χώρα σε καθαρό εισαγωγέα τροφίμων και δημιουργεί μια αγορά ελεγχόμενη από λίγα μεγάλα συμφέροντα.

Δεν πρόκειται για ελεύθερο εμπόριο. Πρόκειται για ανταλλαγή της ελληνικής αγροτικής παραγωγής με φθηνές εισαγωγές και λογιστικά οφέλη.

Και αυτό, για μια χώρα που ήδη πλήρωσε ακριβά την αποδιάρθρωση της παραγωγής της, δεν είναι μεταρρύθμιση. Είναι στρατηγικό λάθος.

γράφει η Σουζάνα Καζάκα
με στοιχεία και τεκμηρίωση από τον
Αθανάσιο Σ. Σαρόπουλο, Δρ. Γεωπόνο-Θεολόγο, Πρόεδρο της Δ.Ε. του Παραρτήματος Κεντρικής Μακεδονίας του Γεωτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας (ΓΕΩΤ.Ε.Ε.)