Η εμπορική συμφωνία της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τις χώρες της Mercosur ανοίγει μια τεράστια αγορά για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις. Για την Ελλάδα, αυτό μεταφράζεται σε νέες δυνατότητες εξαγωγών, ιδιαίτερα για προϊόντα υψηλής ποιότητας και ταυτότητας: ελαιόλαδο, κρασί, ποτά, πιστοποιημένα αγροδιατροφικά προϊόντα.

Παράλληλα, η ενίσχυση της προστασίας γεωγραφικών ενδείξεων θωρακίζει το ελληνικό brand απέναντι σε απομιμήσεις. Όμως, η άλλη όψη δεν μπορεί να αγνοηθεί.

Οι αγρότες φοβούνται συμπίεση τιμών από φθηνότερες εισαγωγές και έναν ανταγωνισμό με διαφορετικό κόστος παραγωγής και λιγότερο αυστηρούς κανόνες. Η Ευρώπη υπόσχεται ποσοστώσεις, ρήτρες ασφαλείας και διατήρηση των προτύπων ποιότητας.

Το ερώτημα δεν είναι τι γράφει το κείμενο, αλλά αν και πόσο γρήγορα θα εφαρμοστούν οι δικλείδες όταν η ζημιά αρχίσει να φαίνεται στην τιμή παραγωγού.

Για την Ελλάδα, η συμφωνία μπορεί να γίνει πραγματικό εργαλείο ανάπτυξης μόνο αν συνδυαστεί με ξεκάθαρη εθνική στρατηγική: αυστηρούς ελέγχους, προστασία της ιχνηλασιμότητας, ενεργοποίηση ρητρών όπου χρειάζεται και, κυρίως, οργανωμένη στήριξη των εξαγωγών ποιότητας.

Αλλιώς, το «άνοιγμα αγορών» κινδυνεύει να μείνει θεωρία για τους παραγωγούς και να γίνει πίεση για την εγχώρια αγροτική οικονομία.

Η ΕΕ – Mercosur δεν είναι ούτε σωτηρία ούτε καταστροφή από μόνη της. Είναι ένα τεστ: αν η Ελλάδα αξιοποιήσει τις ευκαιρίες και ταυτόχρονα προστατεύσει την παραγωγή της, μπορεί να κερδίσει. Αν όχι, το κόστος θα το πληρώσει το χωράφι.

Νίκος Τσερκεζίδης Επιχειρηματίας