Η Ελλάδα κατατάσσεται στη δεύτερη χειρότερη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση όσον αφορά το ποσοστό των εργαζομένων που ζουν σε συνθήκες φτώχειας, σύμφωνα με έρευνα του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ. Το 8,8% των μισθωτών αντιμετωπίζει σοβαρή υλική και κοινωνική υστέρηση, ενώ το 29,3% δεν μπορεί να δαπανήσει κάθε εβδομάδα ένα μικρό ποσό για τον εαυτό του. Επιπλέον, το 23,5% των εργαζομένων δεν συμμετέχει τακτικά σε δραστηριότητες αναψυχής, υπογραμμίζοντας τις αρνητικές συνέπειες της μειωμένης αγοραστικής δύναμης.

Η κατάσταση διαφοροποιείται ανάλογα με τις ομάδες πληθυσμού: το 9,6% των εργαζομένων πλην μισθωτών και το 41% των ανέργων αντιμετωπίζουν σοβαρή υλική στέρηση. Στους συνταξιούχους το ποσοστό ανέρχεται στο 9,1%, ενώ στους μη οικονομικά ενεργούς πολίτες στο 20,6%. Συνολικά, τα ποσοστά σοβαρής υλικής και κοινωνικής στέρησης στην Ελλάδα είναι σχεδόν διπλάσια από τον μέσο όρο της ΕΕ.

Η Ελλάδα καταγράφει επίσης το υψηλότερο ποσοστό στην ΕΕ όσον αφορά τους μισθωτούς που δυσκολεύονται να καλύψουν ακόμη και ένα μικρό ποσό για προσωπικές ανάγκες, με αύξηση στο 29,3% το 2024 από 27,9% το 2023. Αντίστοιχα, οι εργαζόμενοι πλην μισθωτών αντιμετωπίζουν το πρόβλημα στο 31,4%, ενώ οι άνεργοι στο 61,7%, σχεδόν διπλάσιοι από τον μέσο όρο της ΕΕ. Οι μη οικονομικά ενεργοί πολίτες (πλην συνταξιούχων) φτάνουν στο 41,3%, ενώ οι συνταξιούχοι στο 30,4%.

Τα στοιχεία αυτά αναδεικνύουν τις σοβαρές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα στη διασφάλιση αξιοπρεπούς διαβίωσης για μεγάλο μέρος των εργαζομένων και των πολιτών της.