Η Απελευθέρωση του Πολυγύρου
Ο Οκτώβριος του 1912 ανέτειλε με έναν αέρα ελευθερίας, που όμως ακόμα δεν είχε φτάσει στον Πολύγυρο. Η Μακεδονία φλεγόταν από ελπίδα, μα κι από φόβο. Τα ελληνικά στρατεύματα προέλαυναν προς τη Θεσσαλονίκη, το Αιγαίο είχε πια ελληνική ψυχή, κι όμως η καρδιά της Χαλκιδικής χτυπούσε διστακτικά, παγιδευμένη ανάμεσα στην αναμονή και στον φόβο της εκδίκησης.
Στον Πολύγυρο είχαν συγκεντρωθεί οι οθωμανικές φρουρές, σχεδόν δύο χιλιάδες στρατιώτες, που αποζητούσαν ασφάλεια μέσα στα τείχη της κωμόπολης. Η παρουσία τους ήταν βαριά, κι όμως χωρίς πίστη γιατί έξω, στα βουνά και στα μονοπάτια, τα ελληνικά ανταρτικά σώματα είχαν διαλύσει κάθε ενίσχυση που πήγαινε να τους συντρέξει. Ο φόβος είχε φωλιάσει στα βλέμματά τους.
Μέσα σε αυτή τη σκιά, ένας άνθρωπος υψώθηκε ως φως λογικής και πίστης. Ο μητροπολίτης Κασσανδρείας Ειρηναίος, μορφή φωτισμένη και γενναία, κινήθηκε με σύνεση και διορατικότητα. Οι κάτοικοι, καθοδηγημένοι απ’ αυτόν, έστελναν καθημερινά αναφορές στον καϊμακάμη, περιγράφοντας τον φόβο τους για τους αντάρτες που τάχα πλησίαζαν. Έτσι, σιγά-σιγά, το ηθικό των Τούρκων λύγιζε.
Όταν ο καϊμακάμης κάλεσε τον Ειρηναίο για να ζητήσει τη γνώμη του, ο ιεράρχης στάθηκε απέναντί του ήρεμος και πειστικός. Του είπε πως χριστιανοί και μουσουλμάνοι έζησαν ειρηνικά πέντε αιώνες και δεν έπρεπε τώρα, στο τέλος, να χυθεί αίμα. Τον προειδοποίησε πως ο πόλεμος κρίνεται αλλού, από τα τακτικά στρατεύματα, κι όχι από μια μάταιη σύγκρουση στον Πολύγυρο.
Κι ύστερα, με τόλμη που μόνο άνθρωποι πίστης διαθέτουν, του πρότεινε τη μόνη λύση: να εγκαταλείψουν ειρηνικά την πόλη, να φύγουν για τη Θεσσαλονίκη, ώσπου να ησυχάσουν τα πράγματα. Του υποσχέθηκε μάλιστα να εξασφαλίσει υποζύγια για τη μεταφορά και να μπει ο ίδιος επικεφαλής της πορείας, εγγυητής της ασφάλειάς τους. Ο καϊμακάμης, κουρασμένος και φοβισμένος, συμφώνησε.
Κι έτσι, την αυγή της 22ας Οκτωβρίου 1912, πάνω από διακόσια ζώα που είχαν συγκεντρωθεί από τα Βράσταμα και τα γύρω χωριά περίμεναν στην είσοδο της πόλης. Ο Ειρηναίος, έφιππος, προπορευόταν της φάλαγγας, μαζί με τον Πολυγυρινό πρόκριτο Αθανάσιο Σαμαρά. Ύστερα από μιάμιση ώρα, όταν η πομπή έφθασε στο Καστρί, ο καϊμακάμης γύρισε και ευχαρίστησε τον μητροπολίτη. Τον παρακάλεσε να επιστρέψει δεν υπήρχε πια φόβος επίθεσης.
Ο Ειρηναίος και η Λευτεριά χωρίς Σπαθί
Ο Ειρηναίος γύρισε στον Πολύγυρο και ειδοποίησε τον ανθυπολοχαγό Βασίλειο Παπακώστα να εισέλθει με το μικρό του απόσπασμα. Οι Έλληνες μπήκαν στην πόλη μέσα σε ξέσπασμα χαράς και συγκίνησης. Οι κάτοικοι δάκρυζαν, οι καμπάνες χτυπούσαν, και οι δύο τελευταίοι οθωμανοί αξιωματούχοι ο Ανακριτής και ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου στάθηκαν παρόντες, σιωπηλοί μάρτυρες του τέλους μιας εποχής.
Χωρίς να πέσει ούτε μία σφαίρα, ο Πολύγυρος ελευθερώθηκε.
Ένα όνειρο πεντακοσίων χρόνων έγινε πραγματικότητα.
Και στο πρόσωπο του μητροπολίτη Ειρηναίου χαράχτηκε για πάντα η μορφή του ανθρώπου που κέρδισε με σοφία εκεί όπου άλλοι θα έχυναν αίμα.










