Η Ιερουσαλήμ του 4ου αιώνα έμοιαζε να ανασαίνει διαφορετικά. Ύστερα από αιώνες διωγμών και καταστροφών, η πόλη υποδεχόταν την Αυγούστα Ελένη, μητέρα του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Είχε έρθει γεμάτη πίστη και λαχτάρα να αναζητήσει το μεγαλύτερο σύμβολο της Χριστιανοσύνης: τον Σταυρό όπου μαρτύρησε ο Χριστός.
Με οδηγό τη βαθιά της πίστη, άρχισε να ρωτά τους γεροντότερους κατοίκους, να ερευνά τα ερείπια και να μελετά παλιές διηγήσεις. Σύντομα οδηγήθηκε στον λόφο του Γολγοθά, τόπο μαρτυρίου, που τότε ήταν σκεπασμένος από ειδωλολατρικό ναό. Οι εργάτες άρχισαν να σκάβουν. Το χώμα άφηνε πίσω του την σιωπή των αιώνων και αποκάλυπτε ξύλα, πέτρες, υπολείμματα.
Ύστερα από επίμονες ημέρες, τρεις σταυροί ανασύρθηκαν από τη γη. Μα κανείς δεν γνώριζε ποιος ήταν ο αληθινός. Η Ελένη στάθηκε συλλογισμένη, τα μάτια της γεμάτα δάκρυα και προσευχή. Τότε ο Πατριάρχης Μακάριος πρότεινε να φέρουν μια βαριά άρρωστη γυναίκα. Άγγιξαν πάνω της τον πρώτο σταυρό· τίποτα. Τον δεύτερο· καμία αλλαγή. Μα όταν το σώμα της άγγιξε τον τρίτο, η γυναίκα σηκώθηκε θεραπευμένη, δυνατή και λαμπερή σαν να είχε ξαναγεννηθεί.
Η Ελένη γονάτισε. Ο ουρανός, λένε, γέμισε φως και το πλήθος ξέσπασε σε δοξολογίες. Ο Τίμιος Σταυρός είχε βρεθεί! Από εκείνη τη μέρα, η εύρεσή του έγινε πηγή χαράς και πίστης για όλον τον κόσμο. Ο Γολγοθάς μετατράπηκε σε τόπο λατρείας, και η ίδια η Αγία Ελένη ανήγειρε ναούς για να υψωθεί εκεί το Σύμβολο της Σωτηρίας.
Και κάθε Σεπτέμβρη, η Εκκλησία θυμάται εκείνη τη στιγμή, όπου μέσα από το σκοτάδι της γης αναδύθηκε το Φως του Σταυρού.










