Στην Ελλάδα ζουν περίπου 116.090 Ρομά, αριθμός που αντιστοιχεί στο 1,11% του μόνιμου πληθυσμού, σύμφωνα με την έκθεση της Γενικής Γραμματείας Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Καταπολέμησης της Φτώχειας. Ο πληθυσμός τους είναι κυρίως νεανικός, με σχεδόν το 50% να ανήκει στις ηλικίες 20-39 ετών, ενώ πάνω από το 36% είναι παιδιά έως 18 ετών.
Οι περισσότεροι Ρομά ζουν σε καταλύματα που δεν πληρούν βασικούς όρους υγιεινής. Περίπου 53.000 άτομα κατοικούν σε οικισμούς με ανάμεικτα σπίτια και πρόχειρες κατασκευές, ενώ άλλοι 20.000 ζουν σε σκηνές ή αυτοσχέδιες καλύβες. Παρά τις δυσκολίες, το 76% παραμένει στο ίδιο κατάλυμα πάνω από έξι χρόνια, συνήθως κοντά σε συγγενείς και την κοινότητα. Το 54% διαθέτει δικό του κατάλυμα, έστω και στοιχειώδες, ενώ το 32% κατοικεί σε παραχωρημένα καταλύματα και μόνο το 11% νοικιάζει σπίτι.
Η πρόσβαση σε βασικές υποδομές είναι περιορισμένη. Περίπου δύο στους δέκα δεν έχουν μόνιμη σύνδεση ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ το 22% στερείται βασικών εγκαταστάσεων υγιεινής. Το 98% διαθέτει κινητό τηλέφωνο, αλλά το 51% δεν έχει πρόσβαση στο Διαδίκτυο, ενώ μόλις το 24% διαθέτει υπολογιστή.
Η εκπαίδευση παραμένει χαμηλή. Το 14% των ενηλίκων δεν γνωρίζει γραφή και ανάγνωση, το 4% έχει απολυτήριο λυκείου και μόνο το 1% πανεπιστημιακές σπουδές. Ωστόσο, η σχολική διαρροή μειώνεται, ειδικά λόγω της σύνδεσης των κρατικών επιδομάτων με την παρουσία των παιδιών στο σχολείο, αν και το 17% δεν παρακολουθεί τακτικά μαθήματα.
Η εργασία των Ρομά είναι επισφαλής και χαμηλής εξειδίκευσης. Το 51% εξαρτάται από μεροκάματα ή προσωρινές δουλειές, ενώ το 45% ζει χάρη σε επιδόματα. Η οικογένεια παραμένει κεντρικό στοιχείο της ζωής τους: πάνω από το 50% των νοικοκυριών είναι τρίτεκνα ή πολύτεκνα, με συχνή συμμετοχή παππούδων και άλλων συγγενών στη στήριξη των παιδιών. Ο μέσος όρος ηλικίας γάμου για τα κορίτσια είναι 17 ετών και για τα αγόρια 19 ετών, ενώ τα πρώτα παιδιά γεννιούνται συνήθως αμέσως μετά.
Η έκθεση δείχνει ότι, παρά τις σημαντικές δυσκολίες, η κοινότητα των Ρομά στην Ελλάδα εξελίσσεται αργά, με βελτίωση στην εκπαίδευση των παιδιών και σταθερότητα στην κατοικία, αλλά η ένταξη στην αγορά εργασίας και η κοινωνική ενσωμάτωση παραμένουν μεγάλα ζητήματα.
πηγή kathimerini.gr










