Γράφει η Σουζάνα Καζάκα
Ο Μακεδονικός Αγώνας (1904–1908) αποτελεί μία από τις πλέον δραματικές φάσεις της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Στο επίκεντρο της εθνικής προσπάθειας βρίσκονται συνήθως οι μάχες της Φλώρινας, της Καστοριάς και των Γιαννιτσών. Ωστόσο, το βάθος του Αγώνα δεν εξαντλείται στις συγκρούσεις της Δυτικής Μακεδονίας. Υπήρξε κι ένα δεύτερο, λιγότερο προβεβλημένο επίπεδο: το δίκτυο υποστήριξης, ανεφοδιασμού, ασφάλειας και πληροφόρησης. Εκεί, ο ρόλος της Χαλκιδικής υπήρξε αφανής αλλά κρίσιμος, λειτουργώντας ως υποδομή του Αγώνα, σε μια περίοδο όπου η δράση έπρεπε να είναι ταυτόχρονα γενναία και σιωπηλή.
Με τις εκτεταμένες ακτογραμμές της, τα δύσβατα περάσματα και κυρίως με το Άγιον Όρος στην καρδιά της, η Χαλκιδική αποτέλεσε κόμβο μεταφοράς, συντονισμού και απόκρυψης πληροφοριών και υλικού. Τα καΐκια που κατέφθαναν από τις Βόρειες Σποράδες και τον Νότιο Ελληνικό χώρο χρησιμοποιούσαν απομονωμένους όρμους της χερσονήσου για να αποβιβάσουν οπλισμό, πολεμοφόδια, στολές, ακόμη και αξιωματικούς, οι οποίοι στη συνέχεια κατευθύνονταν προς την ενδοχώρα. Οι νυχτερινές εκφορτώσεις οργανώνονταν με τη στήριξη των ντόπιων πληθυσμών, οι οποίοι, παρά τις πιέσεις, τις φοβέρες και την παρουσία οθωμανικών ή βουλγαρικών ομάδων, κράτησαν κλειστό το στόμα τους και ανοιχτή τη συνείδησή τους.
Παράλληλα, στα χωριά της ενδοχώρας, δάσκαλοι, ιερείς, κοινοτικοί και απλοί πολίτες αποτέλεσαν τον κορμό ενός παράνομου δικτύου ελληνικής πληροφόρησης και αντίστασης. Οι δάσκαλοι διατήρησαν τη γλώσσα και την παιδεία. Οι ιερείς εμψύχωσαν πληθυσμούς που ζούσαν ανάμεσα σε απειλές. Οι πρόκριτοι έγιναν μεσολαβητές, οδηγοί και συνδετικοί κρίκοι με τα αντάρτικα σώματα.
Κομβικό κεφάλαιο αποτελεί το Άγιον Όρος, το οποίο λειτούργησε ως οργανωτική και επιχειρησιακή ραχοκοκαλιά. Μονές όπως της Βατοπεδίου, των Ιβήρων, του Παντοκράτορος και άλλα κελιά προσέφεραν καταφύγιο σε διωκόμενους, περιέθαλψαν τραυματίες, έκρυψαν οπλισμό και χρηματοδότησαν τμήματα του Αγώνα. Η διεθνής ακτινοβολία του Αγίου Όρους αποτέλεσε ασπίδα απέναντι σε ελέγχους και καταδιώξεις, ενώ ο κλήρος ανέλαβε τον διττό ρόλο της εθνικής εμψύχωσης και συνωμοτικής προστασίας. Χωρίς την αθωνική «ομπρέλα», πολλά σώματα θα είχαν εξουδετερωθεί πριν δράσουν.
Μέσα σε αυτό το δίκτυο προβάλλουν και οι Μακεδονομάχοι της Χαλκιδικής. Ο Γεώργιος Γιαγκλής από την Ιερισσό, με πολυσχιδή δράση στην Ανατολική Μακεδονία, αποτέλεσε πυλώνα επιχειρήσεων και συνδέσεων. Ο Ιωάννης Παρλιάρης από τον Ταξιάρχη, ενταγμένος στα σώματα του Γεωργίου Τσόντου (Καπετάν Βάρδα), συνέβαλε σε κρίσιμες αποστολές της Κεντρικής Μακεδονίας. Και η οικογένεια Γερογιάννη στην Αρναία ανέδειξε μια ολόκληρη γενιά μαχητών, οργανωτών και συνδέσμων, που μετέτρεψαν ένα αρχοντικό σπίτι σε κόμβο στρατολόγησης, συντονισμής και φιλοξενίας αγωνιστών.
Η Χαλκιδική δεν είχε τα πεδία μαχών της Βέροιας ή της Καστοριάς. Είχε όμως την ευθύνη του υπόγειου και πιο επικίνδυνου μετώπου: το μέτωπο της μυστικότητας. Χωρίς αυτήν, ο Μακεδονικός Αγώνας θα ήταν φτωχότερος σε μέσα, ανθρώπους και πληροφορία. Με αυτήν, έγινε εφικτό ένα δίκτυο που επέτρεψε στις ένοπλες δυνάμεις να σταθούν, να επιχειρήσουν και τελικά να επικρατήσουν.
Η ιστορική μνήμη οφείλει να είναι δίκαιη. Ο Αγώνας είχε πρωταγωνιστές, αλλά είχε και σιωπηλούς στυλοβάτες. Στη δεύτερη κατηγορία ανήκει η Χαλκιδική. Και η σημερινή τιμή προς τον Μακεδονικό Αγώνα οφείλει να συμπεριλαμβάνει και αυτό το κομμάτι της αλήθειας: ότι η ελευθερία δεν την κερδίζουν μόνο οι πρωτομάχιμοι, αλλά και όσοι στηρίζουν το έθνος στις σκιές.










