Η Χαλκιδική βρίσκεται πλέον στο κέντρο ενός αθέατου αλλά εκρηκτικού φαινομένου: η μαζική είσοδος ξένων κεφαλαίων στην αγορά ακινήτων, συχνά χωρίς επαρκή έλεγχο και διαφάνεια, έχει μεταμορφώσει τη φυσιογνωμία ολόκληρου του νομού. Σε περιοχές όπου άλλοτε η κατοικία ήταν προσιτή για τους ντόπιους, σήμερα οι τιμές έχουν εκτοξευθεί, η μόνιμη κατοικία έχει γίνει άπιαστο όνειρο και ένα νέο «παράλληλο» οικονομικό σύστημα φαίνεται να λειτουργεί εις βάρος των Ελλήνων κατοίκων και επαγγελματιών.

Σε Κασσάνδρα και Σιθωνία, σπίτια, καταστήματα και τουριστικές μονάδες αλλάζουν χέρια με ρυθμούς που δεν μπορούν να ακολουθήσουν οι Έλληνες. Μεγάλο μέρος των αγορών πραγματοποιείται από πολίτες ευρωπαϊκών χωρών με κυρίαρχη τη Βουλγαρία αλλά και από εταιρείες με έδρα στο εξωτερικό, οι οποίες αποκτούν ακίνητα για τουριστική εκμετάλλευση. Το πρόβλημα όμως δεν είναι μόνο ποιος αγοράζει, αλλά το πώς λειτουργούν αυτά τα ακίνητα μετά την αγορά. Ένα σημαντικό ποσοστό μισθώνεται σε πλατφόρμες εκτός Ελλάδας και τα έσοδα δεν δηλώνονται στη χώρα, δημιουργώντας ένα καθεστώς εκτεταμένης φοροαποφυγής.

Οι τοπικές κοινωνίες βλέπουν να χάνουν τον χαρακτήρα τους. Η Χαλκιδική, που ήδη σηκώνει τεράστια εποχική επιβάρυνση, δέχεται τώρα ένα δεύτερο, αόρατο κύμα πίεσης: τη μετατροπή του τόπου σε επενδυτικό προϊόν ξένων εταιρειών, χωρίς αντίστοιχο όφελος για τους κατοίκους της. Η απώλεια φορολογικών εσόδων, η αθέμιτη ανταγωνιστικότητα εις βάρος των Ελλήνων επαγγελματιών και η αύξηση του κόστους ζωής επιβεβαιώνουν ότι το πρόβλημα δεν είναι μεμονωμένο, αλλά διαρθρωτικό.

Αυτή η εικόνα στη Χαλκιδική δεν αποτελεί εξαίρεση. Είναι μικρογραφία ενός μεγαλύτερου φαινομένου που εξελίσσεται σε όλη τη χώρα.

Η Ελλάδα την τελευταία πενταετία προσελκύει μαζικά ξένα κεφάλαια στην αγορά ακινήτων. Το 2024 οι ξένες επενδύσεις έφτασαν τα 2,75 δισεκατομμύρια ευρώ ενώ προ διετίας άγγιξαν συνολικά τα 4,9 με 5 δισ. ευρώ. Οι τιμές των ακινήτων συνέχισαν την ανοδική τους πορεία με αύξηση 6–7% μέσα στο 2025, σε μια περίοδο που τα ελληνικά εισοδήματα παραμένουν στάσιμα. Στο μεταξύ, το 36% των ξένων επενδυτών στρέφεται πλέον σε τουριστικά ακίνητα, ποσοστό που προβλέπεται να φτάσει το 45% άμεσα. Οι αποδόσεις αυτών των ακινήτων, όταν νοικιάζονται μέσω εταιρειών ή πλατφορμών εκτός Ελλάδας, δεν εμφανίζονται στη φορολογία και αυτό σημαίνει σοβαρές απώλειες εσόδων για το ελληνικό κράτος.

Ενώ λοιπόν ο Έλληνας πολίτης καλείται να αποδείξει μέχρι τελευταίας λεπτομέρειας το πόθεν έσχες κάθε του συναλλαγής, οι ξένοι επενδυτές κινούνται με δομές που συχνά ξεφεύγουν από ουσιαστικό έλεγχο, αξιοποιούν φορολογικά κενά και αποκτούν γη, κατοικίες και τουριστικές μονάδες χωρίς τις υποχρεώσεις που ισχύουν για τους Έλληνες. Αυτή η ανισότητα έχει αρχίσει να διαμορφώνει μια νέα πραγματικότητα, όπου ο Έλληνας μοιάζει να γίνεται “νεροκουβαλητής” μιας οικονομίας που δεν σχεδιάστηκε για εκείνον.

Η Ελλάδα κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα τεράστιο «real estate resort» όπου τα κέρδη ταξιδεύουν εκτός συνόρων και οι επιπτώσεις μένουν μέσα στη χώρα. Οι τοπικοί πληθυσμοί πιέζονται, η προσιτή κατοικία εξαφανίζεται, οι επαγγελματίες του τουρισμού αντιμετωπίζουν αθέμιτο ανταγωνισμό και το κράτος χάνει έσοδα από μια οικονομική δραστηριότητα που ανθίζει, αλλά συχνά στο σκοτάδι. Δεν πρόκειται απλώς για οικονομικό ζήτημα. Είναι ζήτημα κοινωνικής συνοχής, ισότητας και δικαιοσύνης.

Η εικόνα που διαμορφώνεται δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνείας. Η άναρχη είσοδος ξένων επενδυτών χωρίς πλήρες θεσμικό πλαίσιο, χωρίς επαρκείς ελέγχους και χωρίς υποχρέωση φορολογικής συμμόρφωσης απειλεί να αλλάξει για πάντα τον τρόπο που κατοικούμε, εργαζόμαστε και ζούμε σε αυτή τη χώρα. Οι τοπικές κοινωνίες όπως αποδεικνύει η περίπτωση της Χαλκιδικής ήδη πληρώνουν το τίμημα.

Στον επίλογο, το συμπέρασμα είναι ένα: η Ελλάδα δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι παράδεισος για τα ξένα κεφάλαια και Γολγοθάς για τους πολίτες της. Οι επενδύσεις είναι καλοδεχούμενες όταν λειτουργούν με διαφάνεια και ισονομία. Όταν όμως δημιουργούν ανισότητες, στρεβλώσεις και κοινωνική πίεση, τότε το κόστος ξεπερνά το όφελος. Η ώρα της ξεκάθαρης, δομημένης και δίκαιης πολιτικής είναι τώρα, πριν η κατάσταση γίνει μη αναστρέψιμη.

Γράφει η Σουζάνα Καζάκα