Η Απελευθέρωση της Κασσάνδρας

Ο Οκτώβριος του 1912 έφτασε με τον παλμό της ελευθερίας να διαπερνά κάθε γωνιά της Χαλκιδικής. Στη χερσόνησο της Κασσάνδρας, όπου το ’21 είχε σβήσει στο αίμα, οι άνθρωποι κρατούσαν ακόμη ζωντανό το όνειρο της λευτεριάς. Και τώρα, με τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο να μαίνεται και τον ελληνικό στρατό να πλησιάζει τη Θεσσαλονίκη, η ώρα είχε σημάνει.

Στα μέσα Οκτωβρίου, μια μικρή ομάδα ανταρτών αποβιβάστηκε κρυφά στην Άφυτο. Επικεφαλής ήταν ο Κρητικός Αντύπας και ο ιερέας Θεόδωρος Παπαζάχος από τη Βάλτα. Οδηγημένοι από γνώση και τόλμη, προχώρησαν μέσα από δάση και μονοπάτια προς την Κασσάνδρα. Εκεί, οι λίγοι Οθωμανοί χωροφύλακες, έχοντας πληροφορηθεί την ελληνική προέλαση, ετοιμάζονταν ήδη να φύγουν. Στις 10 Οκτωβρίου (παλαιό ημερολόγιο), κάτοικοι που είχαν φυγαδευτεί επαναπατρίστηκαν και βρήκαν τη φρουρά σχεδόν ανύπαρκτη.

Οι αντάρτες μπήκαν στην Κασσάνδρεια αθόρυβα. Δεν έπεσε ούτε μια σφαίρα. Ο διοικητής Ετέμ Αφέντης, βλέποντας τη δύναμη του Οθωμανικού κράτους να εξανεμίζεται, κρύφτηκε για να φύγει διακριτικά. Ο μοναχός Άνθιμος, οικονόμος του μετοχίου του Αγίου Παύλου, ύψωσε την ελληνική σημαία στο τελωνείο, με τον κόσμο να ξεσπά σε ζητωκραυγές και τις καμπάνες να αντηχούν για πρώτη φορά ελεύθερες.

Ταυτόχρονα, σε όλη τη Χαλκιδική, οι οθωμανικές φρουρές υποχωρούσαν. Στον Πολύγυρο, ο Μητροπολίτης Κασσανδρείας Ειρηναίος, με σοφία και πατριωτισμό, έπεισε τον καϊμακάμη να αποχωρήσει ειρηνικά. Ο ίδιος ηγήθηκε της πομπής των Οθωμανών προς τη Θεσσαλονίκη, με τους χωρικούς να προσφέρουν τα κάρα τους για τη μεταφορά γυναικόπαιδων.

Η Κασσάνδρα ήταν πια ελεύθερη. Ο Τούρκος διοικητής αναχώρησε με καΐκι από το λιμάνι, δίχως μίσος, αφήνοντας πίσω του ό,τι δεν μπορούσε να πάρει. Λίγες μέρες αργότερα, ο ελληνικός στρατός κατέφθασε στην περιοχή και εγκαθίδρυσε επίσημα την ελληνική διοίκηση. Ο λοχαγός Αλεξάνδρου έφερε τάξη και έμπνευση: εκεί που κάποτε στεκόταν το τουρκικό φυλάκιο, οραματίστηκε και διαμόρφωσε την κεντρική πλατεία της νέας Κασσάνδρειας.

Η απελευθέρωση της Κασσάνδρας δεν γράφτηκε με αίμα, αλλά με ενότητα, τόλμη και την ήρεμη δύναμη των ανθρώπων που δεν ξέχασαν ποιοι είναι. Και όταν η σημαία ανέμισε για πρώτη φορά πάνω από τη Βάλτα, δεν ήταν απλώς το τέλος μιας εποχής ήταν η εκπλήρωση ενός όρκου πέντε αιώνων.