Χρόνια πίσω, στο Αλβανικό Μέτωπο του 1940, τις πρώτες κιόλας δύσκολες ημέρες του πολέμου, ο Γ.Β. από τα Νέα Μουδανιά υπηρετούσε στον ελληνικό στρατό. Το κρύο, η κούραση και η αγωνία είχαν εξαντλήσει τους άντρες. Ήταν πρωινές ώρες, 4 Δεκεμβρίου, ημέρα της Αγίας Βαρβάρας.

Ξαφνικά, φωνές ενθουσιασμού ακούστηκαν μέσα από τις κρυψώνες και τα πρόχειρα καταφύγια. Στρατιώτες ξεπρόβαλαν με τρεμάμενα χαμόγελα, απλώνοντας τα χέρια προς τον ουρανό. Εκεί, πάνω από τις κορυφογραμμές, πλησίαζαν αεροπλάνα με ελληνικές σημαίες στα φτερά. Για εκείνους, μέσα στο σκοτάδι του πολέμου, αυτό το θέαμα ήταν φως· ήταν ελπίδα.

Όμως η χαρά κράτησε λίγο. Οι Ιταλοί, χρησιμοποιώντας αυτό το στρατήγημα, αιφνιδίασαν τις ελληνικές δυνάμεις. Πολλοί στρατιώτες τραυματίστηκαν, άλλοι έπεσαν νεκροί. Μέσα στην αναστάτωση, ο παππούς από τα Νέα Μουδανιά στάθηκε τυχερός ίσως επειδή βρισκόταν λίγα μέτρα πιο μακριά, ίσως επειδή, όπως έλεγε ο ίδιος, «η Αγία Βαρβάρα έκανε το θαύμα της».

Από τότε, η οικογένεια δεν έπαψε ποτέ να τιμά την Αγία Βαρβάρα ως προστάτιδα. Η μνήμη εκείνης της ημέρας έγινε παρακαταθήκη, μια υπενθύμιση ότι η ζωή μπορεί να αλλάξει μέσα σε μια μόνο στιγμή· ότι πίσω από τις μεγάλες σελίδες της ιστορίας κρύβονται μικρές, καθημερινές ιστορίες ανθρώπων που κινδύνευσαν, σώθηκαν ή χάθηκαν.

Και κάθε 4 Δεκεμβρίου, η οικογένεια άναβε ένα κερί για ευγνωμοσύνη, για μνήμη, για όσους γύρισαν και για όσους δεν γύρισαν ποτέ.