Ο Αύγουστος του 1922 σφράγισε ανεξίτηλα την ιστορία των Μουδανιών της Μικράς Ασίας. Στις ακτές αυτής της εύφορης γης ξετυλίχθηκε ένα από τα πιο συγκλονιστικά κεφάλαια της Μικρασιατικής Καταστροφής.

Ο ξεριζωμός, οι σκηνές πανικού στην προκυμαία, οι κραυγές των προσφύγων που συνωστίζονταν για μια θέση στα καράβια και οι φλόγες που τύλιγαν τα γύρω χωριά, συνθέτουν το χρονικό της εξόδου.

Ανάμεσα στις ιστορικές πηγές, οι προσωπικές μαρτυρίες όπως εκείνη του Βασίλη Νεφελούδη δίνουν ανθρώπινη διάσταση στη μεγάλη τραγωδία, αποτυπώνοντας το πέρασμα από την ελπίδα στη σιωπή της απώλειας.

Αύγουστος 1922.

Το χρονικό της εξόδου.

Από την 22α Αυγούστου 1922 το Γ΄Σώμα Στρατού είχε αρχίσει να αποσύρεταιαπό το Δορύλαιο προς το Καράκιοϊ. Τη νύχτα της 23ης και 24ης Αυγούστου, μεταφέρθηκαν δυνάμεις στην Κίο, ενώ συνεχιζόταν η αποχώρηση προς την γραμμή Προύσης όπου εγκαταστάθηκαν την 24η Αυγούστου και στη συνέχεια δια των λιμανιών Κίου και Μουδανιών άρχισαν να αποχωρούν.

Εν τω μεταξύ πρόσφυγες από το εσωτερικό άρχισαν να μετακινούνται προς τις παραλίες της Κίου και ιδίως των Μουδανιών. Από το πρωί της 27ης Αυγούστου διακόπηκε η τηλεγραφική και τηλεφωνική επικοινωνία του Σιδηροδρομικού Σταμού της Προύσας με τον Σταθμό των Μουδανιών. Από το μερος της Κίου ακουγόταν κανονιοβολισμοί.

Η περιοχή του Σταθμού, όπως και όλη η παραλία, γέμισε από αλλόφρονα γυναικόπαιδα , όμως δεν δινόταν άδεια να αναχωρήσουν. Όταν δόθηκε η άδεια, το τι συνέβη δεν περιγράφεται με λόγια. Οι άνθρωποι συνωθούνταν για να επιβιασθούν στα πλοία. Πολλοί έπεφταν στη θάλλασα κι άλλοι ποδοπατούνταν. Τις κραυγές τρόμου και τις γοερές επικλήσεις γυναικών, γερόντων και παιδιών πλαισίωνε το θέαμα από τις φλόγες που κατάκαιγαν τα γειτονικά χωριά της Μεσαίπολης και των Ελιγμών. Τη νύχτα της 29ης Αυγούστου , τα πλοία αναχωρούσαν από τα Μουδανιά. Έμειναν μόνο πτώματα που κείτονταν στην παραλία ή μέσα στη θάλασσα. Η γη των προγόνων τους, τους αποχαιρετούσε, σείοντας, αντί για μαντήλι, τις φλόγες των τόπων τους που καίγονταν.

Ακολουθεί η εξιστόρηση του Βασίλη Νεφελούδη ( Μουδανιά Μ.Α., Φεβρουάριος 1906 – Αθήνα, 16 Ιουλίου 2004) Εδώ και αρκετές μέρες, από τα χριστιανικά χωριά της ενδοχώρας και από την Προύσα, οι Ρωμιοί με άλογα, με κάρα, με βοϊδάμαξες, με το τρένο (σε σπάνιες περιπτώσεις γιατί είχε επιταχθεί από τον στρατό), συγκεντρώνονταν σε όλο το μήκος της παραλίας μας για να επιβιβαστούν στα καράβια, που ήταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι.

Η επιβίβαση στα καράβια γινόταν με βάρκες. Η βιασύνη του κόσμου να βρεθεί στη σιγουριά του καραβιού δημιουργούσε συχνά σύγχυση και οι ανεύθυνες διαδόσεις, του τύπου «έφτασαν στην Προύσα», «αύριο μπαίνουν στα Μουδανιά» κ.λ.π., προκαλούσαν πανικό. Κάμποσοι, κυρίως γυναίκες και παιδιά, που δεν ήξεραν κολύμπι, έπεσαν στη θάλασσα σε στιγμές πανικού και πνίγηκαν. Όταν πήραμε την απόφαση να φύγουμε, η παραλία σε όλη την έκτασή της ήταν πιασμένη από τον κόσμο που είχε μετακινηθεί από την ενδοχώρα. Στους κάθετους δρόμους, που οδηγούσαν στην παραλία σε βάθος 100 περίπου μέτρων, ήταν στοιβαγμένα τα πράγματα που, στη φυγή τους, προσπαθούσαν να περισώσουν οι νέοι αυτοί πρόσφυγες. […]Την επόμενη μέρα, ο καιρός είχε καλμάρει και ο μεγάλος όγκος των συγκεντρωμένων στην παραλία είχε επιβιβαστεί. Είχε έρθει και η σειρά μας. […]

Στη διάρκεια της νύχτας είχαν φτάσει και δύο ακτοπλοϊκά που έκαναν τη γραμμή Μουδανιά – Πόλη[…]Τα δυό καράβια ξεκίνησαν ταυτόχρονα για την Πόλη. Με μικρή ταχύτητα προχωρήσαμε σε μικρή απόσταση από την παραλία, προς το Αρβανιτοχώρι. Προχωρώντας, βλέπαμε σε όλο το μήκος της παραλίας και σε κάθε κάθετο δρόμο μιαν εντελώς απίθανη εικόνα της μικρής μας πόλης. Είχε αδειάσει ολότελα από τους ανθρώπους της. Έβλεπες λοιπόν να γυρίζουν σαν παραλοϊσμένα στους δρόμους, άλογα, γαϊδάρους, γίδες, σκυλιά, γάτες, πουλερικά, ψάχνοντας να βρούν κάτι να φάνε. Ο Θεοδόσης ο φίλος μου δεν είχε ακόμα μπαρκάρει. Ήταν ο μόνος άνθρωπος που πήρε το μάτι μου στην παραλία. Είχε κόψει ένα καρπούζι και το έτρωγε παρέα με ένα γάιδαρο.

 

Γράφει η Θεοπίστη Ελένη Πασχαλάκη

Β. Α. Νεφελούδη Μαρτυρίες 1906 -1938, σ. 34- 39. Σύνδεσμος Προσφύγων Μουδανιών Αντίλαλοι από τα Μουδανιά και τα γύρω, , Θεσσαλονίκη 1931, σ. 213-220.