“Έχει έρθει και η ώρα της επιχειρηματικότητας, να δει ζητήματα που έχουν να κάνουν με την πραγματική στήριξη του κόσμου της εργασίας, ως προς το εισόδημα, ως προς γενικότερες παροχές. Διότι θα είναι μια ευκαιρία να επιστραφεί ένα μέρισμα ανάπτυξης και να δημιουργηθούν οι συνθήκες για έναν καινούργιο, ευρύτερο κοινωνικό διάλογο», σημείωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης κατά τη διάρκεια της συζήτησης με θέμα «Ελληνική Κοινωνία: Από τη σπορά στην καρποφορία”, που διοργάνωσε το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών στη μνήμη του Επίτιμου Προέδρου του Θεόδωρου Παπαλεξόπουλου.

“Πολλές αντιλήψεις αλλάζουν σήμερα στην ελληνική κοινωνία, πράγμα το οποίο θα επιτρέψει έναν πιο ουσιαστικό και πιο εποικοδομητικό διάλογο. Αρκεί να μπορέσουμε να μείνουμε μακριά από την ακραία πόλωση, από τους διχασμούς, που, δυστυχώς, αποτελούν στοιχείο του πολιτικού διαλόγου σε πολλές χώρες. Ίσως το γεγονός ότι εμείς αναμετρηθήκαμε, με μια έκφανση του ελληνικού λαϊκισμού, φτάσαμε κοντά στην χρεοκοπία και μπορέσαμε και ξεφύγαμε από αυτό το vertigo και τώρα βλέπουμε μια άλλη πολιτική προσέγγιση να βοηθήσει συνολικά στην ωρίμανση της ελληνικής κοινωνίας και να μας επιτρέψει πια να μπορούμε να συζητάμε πολιτικά με βάση πραγματικά στοιχεία και πραγματικά δεδομένα“, τόνισε ο πρωθυπουργός.

Για την επιστροφή στην κανονικότητα

Αναφερόμενος στο ζήτημα της επιστροφής στην κανονικότητα και στο αν είναι αναγκαία στην πολιτική η ανάληψη ρίσκου, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επεσήμανε: “Εάν η κανονικότητα είναι η επανάληψη του παρελθόντος, τότε είμαστε χαμένοι από χέρι. Δεν είναι εύκολο το out of the box thinking στη δική μας τη δουλειά, είναι όμως απολύτως απαραίτητο. Ξέρουμε ότι όταν πρέπει να κινηθούμε γρήγορα θα κάνουμε και λάθη. Αλλά το μεγαλύτερο λάθος το οποίο μπορούμε να κάνουμε σήμερα είναι να μην πάρουμε ρίσκα. Και το ρίσκο εν προκειμένω είναι να μην συμβιβάζεσαι κατ’ ανάγκη με αυτό το οποίο βλέπεις ότι συμβαίνει σήμερα αλλά να κάνεις μία στοχευμένη και λογική πρόβλεψη γι’ αυτό το οποίο θα γίνει αύριο – μεθαύριο, αν θέλεις να είσαι έτοιμος για εκείνη την ημέρα, που είναι βέβαιο ότι θα έρθει πιο γρήγορα από ό,τι το περιμένεις”.

«Η δεκαετία του 2010 ήταν σχεδόν μια καταστροφή. Ίσως η επόμενη δεκαετία να είναι σχεδόν ένας θρίαμβος», σημείωσε κλείνοντας τις τοποθετήσεις του ο πρωθυπουργός.

Ακολουθεί η πλήρης  τοποθέτηση του Πρωθυπουργού κατά τη διάρκεια της συζήτησης για τον Θεόδωρο Παπαλεξόπουλο:

«Χαίρομαι πάρα πολύ που βρίσκομαι σήμερα σε αυτή την εκδήλωση, για να τιμήσω κι εγώ με τη σειρά μου έναν σπουδαίο επιχειρηματία, έναν σπουδαίο Έλληνα, τον Θεόδωρο Παπαλεξόπουλο. Και βέβαια χαίρομαι ιδιαίτερα διότι η εκδήλωση αυτή γίνεται υπό την αιγίδα του ΙΟΒΕ, το οποίο ίδρυσε ο Θεόδωρος Παπαλεξόπουλος, με σκοπό ακριβώς να εμποτίσει το δημόσιο διάλογο με τη λογική των εφαρμοσμένων πολιτικών που στηρίζονται σε πραγματικά στοιχεία.

Και για να πάρω αφορμή από αυτό το οποίο είπατε κ. Παπαγιαννίδη -για να μπορέσουμε να έχουμε έναν ουσιαστικό διάλογο και να διαφωνούμε επί πολιτικών- πρέπει αυτός ο διάλογος να στηρίζεται πάνω σε κάποιες βασικές παραδοχές. Βασικές παραδοχές του ορθού λόγου, της μη αμφισβήτησης των στοιχείων. Έχουμε όλοι δικαίωμα στην άποψή μας αλλά δεν έχουμε δικαίωμα στα δικά μας στοιχεία.

Και νομίζω ότι ακριβώς αυτή η επικαιρότητα αυτής της προσέγγισης για τη δημόσια πολιτική είναι που κάνει τον Θεόδωρο Παπαλεξόπουλο, αλλά και το ρόλο του ΙΟΒΕ, τόσο επίκαιρο σήμερα. Πιστεύω ότι ως Κυβέρνηση έχουμε υιοθετήσει μία τέτοια προσέγγιση για τις δημόσιες πολιτικές. Χαίρομαι που το ΙΟΒΕ μας έχει συμβουλεύσει σε μια σειρά από σημαντικές πρωτοβουλίες τις οποίες έχουμε αναλάβει και πιστεύω ότι σε αυτό ο Θόδωρος Παπαλεξόπουλος ήταν μπροστά από την εποχή του, θέτοντας ένα πλαίσιο το οποίο επέτρεπε και στον ίδιο να είναι ενδεχομένως και πάνω από τα πάθη της εποχής, πάνω από διαχωριστικές γραμμές που εκείνη την εποχή με πολύ μεγάλη ευκολία διαχώριζαν την επιχειρηματική τάξη από τον κόσμο της εργασίας.

Είχε έναν τρόπο, στο λίγο που τον γνώριζα -έχω τη χαρά να γνωρίζω πολύ καλύτερα την επόμενη γενιά- αλλά μου έδινε πάντα την εντύπωση ενός ανθρώπου ο οποίος μπορούσε να υπερβεί αυτές τις διαχωριστικές γραμμές, ίσως γιατί είχε μία πολύ πιο ολιστική αντίληψη για την επιχειρηματικότητα- και αυτή θα έλεγα μπροστά από την εποχή της- και δεν ήταν το μόνο του μέλημα, η ευημερία των μετόχων.

Έβλεπε κάτι μεγαλύτερο πίσω από την επιχειρηματική δραστηριότητα της εταιρείας του και πίσω από τον ρόλο του ως σημαντικού επιχειρηματία, άρα και ανθρώπου που είχε ευθύνη στην άρθρωση του δημοσίου λόγου για το καλό της ελληνικής επιχειρηματικότητας συνολικά».