Βασίλης Αθανασίου -Ήρωας του Αγώνα από τα Ριζά Χαλκιδικής

Ο Βασίλης Αθανασίου (1798–1839) γεννήθηκε στα Ριζά Χαλκιδικής, μια μικρή κοινότητα της Μακεδονίας την εποχή της Τουρκοκρατίας, όταν η περιοχή στέναζε υπό τον οθωμανικό ζυγό. Από νεαρή ηλικία γαλουχήθηκε με τις αξίες της λευτεριάς και της αντίστασης. Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, άφησε το χωριό του για να ριχτεί στον Αγώνα, αποφασισμένος να συμβάλει στην αποτίναξη της σκλαβιάς.

Το 1821 βρέθηκε στο πλευρό του πρίγκιπα Αλέξανδρου Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες και διακρίθηκε για την τόλμη του. Υπό τις διαταγές του οπλαρχηγού Γεωργάκη Ολυμπίου, πολέμησε σε κρίσιμες συγκρούσεις όπως το Δραγατσάνι και η μάχη στη Μονή Σέκου, επιδεικνύοντας ακατάβλητο θάρρος. Παρά την αποτυχία της εξέγερσης στη Μολδοβλαχία, δεν έχασε την πίστη του στον σκοπό της ελευθερίας και κατέφυγε προσωρινά στη Ρωσία με τη φλόγα του αγώνα άσβεστη.

Λίγα χρόνια αργότερα, κατόρθωσε να φτάσει στην επαναστατημένη Ελλάδα και να συνεχίσει τη δράση του. Το 1825 κατατάχθηκε ως αξιωματικός ιππικού στο σώμα του φιλέλληνα συνταγματάρχη Φαβιέρου, πολεμώντας σε επιχειρήσεις στη Στερεά Ελλάδα. Το 1826 πολέμησε στη Ρούμελη υπό τον αρχιστράτηγο Γεώργιο Καραϊσκάκη, λαμβάνοντας μέρος σε πολλές μάχες. Ξεχώρισε στη νίκη της Αράχωβας και αγωνίστηκε γενναία στην πολιορκία της Ακρόπολης των Αθηνών δίπλα στον στρατηγό Ιωάννη Μακρυγιάννη. Παρά τους επανειλημμένους τραυματισμούς του στα πεδία των μαχών, η αποφασιστικότητά του να δει την πατρίδα ελεύθερη έμεινε ακλόνητη.

Το 1828, μετά την πτώση της Αθήνας, ο Αθανασίου ακολούθησε τον Χατζημιχάλη Νταλιάνη στην Κρήτη για να ενισχύσει την εκεί εξέγερση. Πολέμησε ηρωικά στη μάχη του Φραγκοκάστελλου, όπου τραυματίστηκε ενώ πολλοί συμπολεμιστές του – μαζί και ο Νταλιάνης – έπεσαν μαχόμενοι. Μετά την απώλεια του αρχηγού, ανέλαβε να ανασυγκροτήσει το ιππικό σώμα των επαναστατών, περιορίζοντας έως το 1830 τις οθωμανικές δυνάμεις στα φρούρια του νησιού. Η συμβολή του στην κρητική επανάσταση υπήρξε πολύτιμη, αν και η Κρήτη δεν συμπεριλήφθηκε στο ελεύθερο ελληνικό κράτος τότε.

Μετά την Απελευθέρωση, ο Βασίλης Αθανασίου δεν αποσύρθηκε από τη δράση. Κατατάχθηκε στη νεοσύστατη Χωροφυλακή το 1833 με τον βαθμό του ταγματάρχη ιππικού. Διακρίθηκε για την ακεραιότητα και την αποφασιστικότητά του στην καταπολέμηση της ληστείας, συμβάλλοντας στην εμπέδωση της τάξης στο νεαρό κράτος. Παρέμεινε πιστός στα ιδανικά του Αγώνα και οραματιζόταν την απελευθέρωση της ιδιαίτερης πατρίδας του, της Μακεδονίας, που τότε παρέμενε σκλαβωμένη. Σύμφωνα με μαρτυρία του Μακρυγιάννη, είχε ορκιστεί να συνεχίσει τον αγώνα ώσπου να δει και τη Μακεδονία ελεύθερη.

Ο Αθανασίου πέθανε το 1839 στη Λαμία, σε ηλικία μόλις 41 ετών, αφήνοντας πίσω οικογένεια. Ωστόσο, η μνήμη του έμεινε ζωντανή. Θεωρήθηκε ένας από τους ικανότερους καβαλάρηδες του Αγώνα και υπόδειγμα ανδρείας και τιμιότητας. Ο ίδιος ο Μακρυγιάννης τον μνημόνευσε με θαυμασμό στα Απομνημονεύματά του, αποκαλώντας τον «πολλά τίμιον άνθρωπο και γενναίον». Στα Ριζά το όνομά του έγινε συνώνυμο της λεβεντιάς και του πατριωτισμού. Για τους Χαλκιδικιώτες, ο Βασίλης Αθανασίου αποτελεί παράδειγμα αγωνιστή που τίμησε τον τόπο του με τις πράξεις και το ήθος του. Σήμερα, σχεδόν δύο αιώνες μετά, η τοπική κοινωνία εξακολουθεί να τον τιμά, με κορυφαίο παράδειγμα την ανέγερση της προτομής του στα Ριζά. Η μορφή του στέκει ως σύμβολο ηρωισμού και θυσίας, θυμίζοντας στις νεότερες γενιές το διαρκές χρέος της ελευθερίας.

Αποκαλυπτήρια προτομής του Αγωνιστή Βασίλη Αθανασίου στα Ριζά