Στις 29 Αυγούστου 1989 η Ελλάδα επιχειρεί μια θεαματική αποκοπή από ένα σκοτεινό κομμάτι της μετεμφυλιακής της ιστορίας. Εκατομμύρια φάκελοι πολιτικών φρονημάτων, που για δεκαετίες συνόδευαν αθόρυβα τη ζωή πολιτών, καταστρέφονται μαζικά σε υψικαμίνους βιομηχανιών όπως η Χαλυβουργική και η ΣΙΔΕΝΟΡ. Η συγκυβέρνηση ΝΔ Συνασπισμού υπό τον Τζαννή Τζανετάκη παρουσιάζει την πράξη ως συμβολική και ουσιαστική σφράγιση της εθνικής συμφιλίωσης, περίπου 17 εκατομμύρια φάκελοι οδηγούνται στην πυρά.
Οι φάκελοι δεν ήταν απλή χαρτούρα. Από τον Μεσοπόλεμο και ιδίως μετά τον Εμφύλιο συναρτώνταν με τα διαβόητα πιστοποιητικά κοινωνικών ή πολιτικών φρονημάτων που καθόριζαν την πρόσβαση σε δουλειές, σπουδές, άδειες και διαβατήρια. Το κράτος κατέγραφε, ιεραρχούσε και στιγμάτιζε, χρησιμοποιώντας την Αστυνομία και τον Στρατό ως μηχανισμούς επιτήρησης και αποκλεισμού.
Η πολιτική απόφαση του 1989 θεσμοθετείται με κοινή υπουργική πράξη των υπουργείων Δημόσιας Τάξης, Εσωτερικών, Δικαιοσύνης και Προεδρίας. Οι φάκελοι συγκεντρώνονται σε κόμβους ανά τη χώρα και καίγονται σε βιομηχανικές κάμινους, εικόνες που για πολλούς σηματοδοτούν το τυπικό τέλος του Εμφυλίου τουλάχιστον ως προς τον κρατικό διωγμό των επικίνδυνων πολιτών.
Δεν έλειψαν όμως οι αντιρρήσεις. Ιστορικοί και φορείς μνήμης επισήμαναν πως η ολοκληρωτική καταστροφή στέρησε πολύτιμο τεκμηριωτικό υλικό για την κατανόηση της κρατικής καταστολής στον 20ό αιώνα, τη στιγμή που άλλες ευρωπαϊκές χώρες άνοιγαν τα αρχεία τους στους ερευνητές. Διασώθηκαν μόνο περίπου 2.100 έως 2.500 φάκελοι ηγετικών στελεχών, ένα ελάχιστο δείγμα μπροστά στο εύρος του φαινομένου.
Τριάντα έξι χρόνια μετά η πράξη του καψίματος παραμένει διφορούμενο ορόσημο. Για άλλους μια αναγκαία πολιτική χειρονομία συμφιλίωσης, για άλλους μια πράξη θεσμικής λήθης που αποδυνάμωσε την ιστορική μνήμη. Το βέβαιο είναι ότι εκείνη την Τρίτη του 1989 έσβησε κυριολεκτικά ένα σύστημα φακελώματος που σφράγισε ζωές και καριέρες για δεκαετίες.