Γράμμος–Βίτσι: όταν σίγησαν τα όπλα. Το τέλος του Εμφυλίου και ο βαρύς λογαριασμός για την Ελλάδα
Στις 29–30 Αυγούστου 1949 κορυφώθηκαν στον Γράμμο και στο Βίτσι οι επιχειρήσεις του Εθνικού Στρατού με τη συνθηματική ονομασία «Πυρσός». Η κατάρρευση των τελευταίων οργανωμένων δυνάμεων του ΔΣΕ στα δύο ορεινά μέτωπα σήμανε πρακτικά τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου. Πολλές ελληνικές και διεθνείς πηγές τοποθετούν το τέλος στις 29 Αυγούστου, με την τελική εκκαθάριση να ολοκληρώνεται το πρωί της 30ής.
Μετά τις αποτυχημένες απόπειρες του ΔΣΕ για κατάληψη πόλεων όπως η Έδεσσα, η Νάουσα, το Καρπενήσι και η Φλώρινα, η ηγεσία του ΓΕΣ υπό τον στρατηγό Αλέξανδρο Παπάγο συγκέντρωσε συντριπτική υπεροχή πυρός και δυνάμεων στη Δυτική Μακεδονία. Στο πλαίσιο του «Πυρσός Γ΄» (24–30 Αυγούστου), το Βίτσι έπεσε πρώτο και ο κύριος όγκος των ανταρτικών δυνάμεων συμπιέστηκε στον Γράμμο, όπου δέχθηκε τον καθοριστικό κλοιό. Η επιχειρησιακή κλιμάκωση, η αποκοπή διαφυγών και η συνεχής πίεση πεζικού, πυροβολικού και αεροπορίας έγειραν οριστικά την πλάστιγγα.
Τρία στοιχεία αποδείχθηκαν καθοριστικά. Πρώτον, η αναδιοργάνωση και ο όγκος του Εθνικού Στρατού με εκτεταμένη υλικοτεχνική υποστήριξη από τις ΗΠΑ μέσω του Δόγματος Τρούμαν και της αποστολής Van Fleet. Δεύτερον, η αεροπορική ισχύς, με τα βυθιζόμενα Helldiver να χρησιμοποιούν για πρώτη φορά σε ελληνικό έδαφος ναπάλμ εναντίον οχυρωμένων θέσεων. Τρίτον, το κλείσιμο των ελληνογιουγκοσλαβικών συνόρων από τον Τίτο τον Ιούλιο του 1949, που στέρησε από τον ΔΣΕ κρίσιμα μετόπισθεν, ανεφοδιασμό και διάδρομους υποχώρησης.
Με την πτώση των υψωμάτων και την απόφραξη των περασμάτων προς την Αλβανία, ο ΔΣΕ διαλύθηκε σε μικρές ομάδες. Σημαντικός αριθμός πέρασε τα σύνορα εγκαταλείποντας βαρύ οπλισμό. Οι τελευταίες εστίες αντίστασης δεν μπορούσαν πλέον να απειλήσουν την επικράτηση της κυβέρνησης. Το τυπικό τέλος ανακοινώθηκε ραδιοφωνικά από την Προσωρινή Δημοκρατική Κυβέρνηση στα μέσα Οκτωβρίου, όμως πολιτικά και στρατιωτικά ο πόλεμος είχε κριθεί στον Γράμμο-Βίτσι.
Ο Εμφύλιος υπήρξε από τους πιο αιματηρούς στα μεταπολεμικά Βαλκάνια. Οι συνολικές απώλειες εκτιμώνται έως και 158.000 νεκρούς (στρατιώτες, αντάρτες και άμαχοι), ενώ οι εκτελέσεις, τα αντίποινα, οι κακουχίες και οι ασθένειες αύξησαν δραματικά τον αριθμό των θυμάτων. Το φαινόμενο της προσφυγοποίησης πήρε μαζικές διαστάσεις: δεκάδες χιλιάδες πολιτικοί πρόσφυγες κατέφυγαν στον ανατολικό συνασπισμό αμέσως μετά τις μάχες, ενώ η εκκένωση παιδιών του 1948 (παιδομάζωμα και παιδοπόλεις) αφορούσε περίπου 28.000–38.000 ανηλίκους, μοιρασμένους ανάμεσα σε ιδρύματα της Ανατολικής Ευρώπης και της Ελλάδας, αφήνοντας ανεξίτηλο τραύμα σε ολόκληρες κοινότητες.
Πέρα από τον ανθρώπινο πόνο, το οικονομικό κόστος υπήρξε συντριπτικό. Σύγχρονη μελέτη υπολογίζει ότι οι συνολικές απώλειες παραγωγής και παραγόντων (εργασία, κεφάλαιο, ζωικό κεφάλαιο) υπερέβησαν το 129% ενός ετήσιου ΑΕΠ, δηλαδή πάνω από μια ολόκληρη χρονιά προϊόντος «χαμένη». Στο ίδιο πλαίσιο καταγράφονται ενδεικτικά 236.787 άτομα απώλεια ενεργού πληθυσμού, 1.480.669 ζώα στο αγροτικό κεφάλαιο και εκτεταμένες καταστροφές σε παραγωγικές μονάδες. Οι επιπτώσεις διαχύθηκαν σε όλη τη δεκαετία του ’50, καθυστερώντας την ομαλή μεταπολεμική ανάκαμψη.
Οι ρωγμές του Εμφυλίου επέζησαν για δεκαετίες. Εξορίες σε Γυάρο και Μακρόνησο, φακέλωμα, πολιτικές διώξεις, μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων προς τη Δυτική Ευρώπη, την Αμερική και την Ωκεανία. Η πόλωση άφησε το αποτύπωμά της στα γεγονότα της δεκαετίας του ’60 και, εμμέσως, στην εκτροπή του 1967. Ο Εμφύλιος υπήρξε θεμελιώδης «πρώτη πράξη» του Ψυχρού Πολέμου στον ελληνικό χώρο.
Γράφει η Σουζάνα Καζάκα