Σενάρια διαχείρισης του ηφαιστειακού κινδύνου από ένα ενδεχόμενο τσουνάμι στη Σαντορίνη παρουσιάζει ο καθηγητής Γεωφυσικής του ΑΠΘ και πρόεδρος του Ινστιτούτου Μελέτης και Παρακολούθησης του Ηφαιστείου Σαντορίνης (ΙΜΠΗΣ), Κώστας Παπαζάχος, βασισμένος σε επιστημονικές προσομοιώσεις και πρόσφατη μελέτη που δημοσιεύθηκε στο Bulletin of Volcanology.
Σύμφωνα με τα δυσμενέστερα σενάρια ενεργοποίησης του υποθαλάσσιου ηφαιστείου του Κολούμπο, το οποίο βρίσκεται περίπου έξι χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Σαντορίνης, τα λιμάνια και οι παράκτιες περιοχές στο εσωτερικό της καλντέρας δεν απειλούνται σοβαρά από τσουνάμι. Αντίθετα, οι ανατολικές και νοτιοανατολικές ακτές του νησιού εμφανίζονται πιο ευάλωτες, καθώς εκεί τα κύματα μπορεί να φτάσουν γρήγορα και να προκαλέσουν πλημμυρικά φαινόμενα.
Όπως προκύπτει από τις προσομοιώσεις, το τσουνάμι μπορεί να φτάσει στις βορειοανατολικές ακτές της Σαντορίνης μέσα σε 2 έως 3 λεπτά και στις νοτιοανατολικές μέσα σε έως 10 λεπτά, με ταχύτητες κύματος που κυμαίνονται από 7 έως και 45 χιλιόμετρα την ώρα. Στο πιο ακραίο σενάριο, που αφορά συνολική κατάρρευση της καλντέρας του Κολούμπο, το ύψος των κυμάτων ενδέχεται να ξεπεράσει τα 10 μέτρα στις βορειοανατολικές ακτές και τα 5 μέτρα σε περιοχές όπως το Καμάρι, ο Μονόλιθος και η Περίσσα.
Αντίθετα, στο εσωτερικό της καλντέρας της Σαντορίνης τα κύματα φτάνουν μεν σε 6 έως 8 λεπτά, ωστόσο το ύψος τους παραμένει περιορισμένο, της τάξης του ενός μέτρου. Τα χαρακτηριστικά του δυσμενέστερου σεναρίου εμφανίζουν σημαντικές ομοιότητες με το ιστορικό τσουνάμι του 1650, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι και τότε το φαινόμενο προκλήθηκε από αντίστοιχη κατάρρευση υποθαλάσσιας καλντέρας.
Ο κ. Παπαζάχος επισημαίνει ότι στόχος των σεναρίων δεν είναι η πρόκληση ανησυχίας, αλλά η προετοιμασία. Δεδομένου ότι ο χρόνος αντίδρασης είναι εξαιρετικά περιορισμένος και συχνά δεν επαρκεί για την έκδοση προειδοποίησης, κρίνεται απαραίτητη η ενημέρωση του πληθυσμού και ο σαφής προσδιορισμός ασφαλών ζωνών μετακίνησης, ώστε η Σαντορίνη να καταστεί μελλοντικά «tsunami safe».
Τα επιστημονικά δεδομένα, όπως τονίζει, μπορούν να αξιοποιηθούν για την επικαιροποίηση των σχεδίων διαχείρισης του ηφαιστειακού κινδύνου και την ενίσχυση των μέτρων προστασίας κατοίκων και επισκεπτών, απέναντι σε ακραία αλλά υπαρκτά φυσικά φαινόμενα.










