Ήταν Ιούλης, κι η γη της Σιθωνίας είχε ξεραθεί από τη δίψα. Τα χωράφια περίμεναν μια στάλα βροχής, κι οι άνθρωποι περίμεναν τον Άγιο να κάνει το θαύμα του. Κι όμως, στο ξωκλήσι της Αγίας Βαρβάρας, κάτω από τα δέντρα, το νερό ανάβλυζε ασταμάτητα∙ δροσερό, καθαρό, σαν να έβγαινε απευθείας από τον ουρανό.

«Εκεί φανερώθηκε η Αγία», έλεγαν οι γιαγιάδες στα παιδιά. «Εκεί που στάθηκε, το χώμα έβγαλε νερό και γιατρεύτηκε ένα άρρωστο κορίτσι που δεν είχε ελπίδα». Από τότε, όλοι πίστευαν πως το νερό της πηγής έχει χάρη∙ πως όποιος το πιει με πίστη, παίρνει κουράγιο και ίαση.

Το πανηγύρι έφτανε κάθε καλοκαίρι. Από νωρίς, οι γυναίκες έστρωναν τα τραπέζια με φαγητά και γλυκά, οι άντρες έφερναν το κρασί, κι οι μουσικοί ετοίμαζαν το νταούλι και το κλαρίνο. Όταν έπεφτε ο ήλιος, το ξωκλήσι φωτιζόταν από τα κεριά, κι οι φωνές γέμιζαν τον τόπο. Χοροί, γέλια, ευχές∙ μια γιορτή που μύριζε καλοκαίρι και μνήμη.

Κι όμως, οι παλιοί έλεγαν και κάτι άλλο. Όταν τελείωνε ο χορός κι όλοι έφευγαν, το ξωκλήσι έμενε μόνο. Τότε, μέσα στη σιωπή, ακουγόταν λένε ένα αχνό τραγούδι, σαν ψαλμός από άλλη εποχή. Κάποιοι ορκίζονταν πως είχαν δει μια λευκή σκιά γυναίκας να περπατά στο κατώφλι και να στέκει πάνω από την πηγή.

Ίσως να ήταν φαντασία, ίσως και θαύμα. Μα κάθε καλοκαίρι, όταν το πανηγύρι τελείωνε και η νύχτα τύλιγε το ξωκλήσι, όλοι ήξεραν βαθιά μέσα τους πως η Αγία δεν έφυγε ποτέ∙ στεκόταν εκεί, φρουρός μιας υπόσχεσης παλιάς, να δροσίζει και να προστατεύει τον τόπο.