Ένα παλιό έθιμο, βαθιά ριζωμένο στη μνήμη των προσφύγων από τη θάλασσα του Μαρμαρά και το νησί της Καλολίμνου, αναβιώνει στις αφηγήσεις των παλαιών κατοίκων των Νέων Μουδανιών. Η παραμονή του Αγίου Νικολάου, προστάτη των ναυτικών και των ψαράδων, ήταν μια νύχτα ξεχωριστή, γεμάτη ευλάβεια, φόβο, ελπίδα και πίστη.

Τότε, στην περιοχή όπου σήμερα βρίσκεται ο Πολυχώρος, η θάλασσα έσκαγε με δύναμη πάνω στα βράχια. Δεν υπήρχαν σπίτια δίπλα στη θάλασσα· οι κατοικίες ήταν χτισμένες πιο ψηλά, για να προστατεύονται από τους ανέμους και τα κύματα. Εκεί, στο όριο της στεριάς με το νερό, μαζεύονταν οι οικογένειες των ψαράδων και των ναυτικών.

Έφτιαχναν κόλλυβα ειδικά για τον Άγιο Νικόλαο. Με το πιάτο στα χέρια πλησίαζαν τη θάλασσα, έκαναν την προσευχή τους και μνημόνευαν τους ανθρώπους που είχαν χαθεί στα νερά ή ταξίδευαν μακριά. Ήταν μια στιγμή βαθιά συναισθηματική, όπου η ευχή και η αγωνία γίνονταν ένα.

Μετά, σύμφωνα με την παράδοση, έριχναν το πιάτο με τα κόλλυβα στη θάλασσα. Τότε συνέβαινε κάτι που οι παλιοί περιγράφουν με δέος: όσο άγρια κι αν ήταν τα κύματα, η θάλασσα ηρεμούσε ξαφνικά. Άπλωνε και γινόταν «λάδι». Για τους ανθρώπους εκείνους, αυτό δεν ήταν απλώς ένα φυσικό φαινόμενο. Ήταν η απάντηση του Αγίου, η αποδοχή της προσευχής τους, η προστασία που ζητούσαν για όσους έπλεαν στο ανοιχτό πέλαγος.

Η αφήγηση της Αθηνάς Σκαρλάτου κρατά ζωντανό ένα έθιμο που σημάδεψε γενιές. Ένα έθιμο που δεν ήταν μόνο λατρευτικό, αλλά και βαθιά ανθρώπινο. Μια υπενθύμιση ότι η θάλασσα, για τους πρόσφυγες του Μαρμαρά και της Καλολίμνου, δεν ήταν απλώς τόπος δουλειάς ήταν πατρίδα, μνήμη, φόβος και ελπίδα μαζί.