Στη Συκιά της Σιθωνίας ζούσε κάποτε μια γιαγιά, η κυρα-Μαρία η Ψάλτη, που είχε να αφηγηθεί μια θαυμαστή ιστορία από τα νιάτα της. Στους ελαιώνες της, στον λόφο του Κούκου, ανάβλυζε μια μικρή πηγή που, όσο άνυδρο κι αν ήταν το καλοκαίρι, κράταγε πάντα λίγο νερό. Η κυρα-Μαρία συνήθιζε να ξαποσταίνει εκεί τα απογεύματα, βρίσκοντας γαλήνη κάτω από τις ελιές.

Ένα δειλινό, καθώς αποκοιμήθηκε στο δροσερό χώμα, είδε στον ύπνο της ένα παράξενο όραμα. Η ίδια η Παναγιά παρουσιάστηκε μπροστά της, φωτεινή και γλυκοχαμογελαστή, και της είπε:
«Μαρία, σκάψε εδώ πιο πάνω από την πηγή και θα βρεις την εικόνα μου. Εκεί να χτίσεις ένα μικρό εικονοστάσι».

Το όνειρο ήταν τόσο ζωντανό που η γριά ξύπνησε ταραγμένη. Το πρωί πήγε πράγματι στο σημείο που της είχε υποδείξει η Παναγία και θυμόταν την εντολή. Όμως η κυρα-Μαρία δίστασε. Φοβόταν μήπως ήταν παιχνίδι του μυαλού της ή μήπως, σκάβοντας, ενοχλήσει τα παλιά μνήματα του λόφου. Πέρασαν οι μέρες, η πηγή παράξενα στέρεψε, και η καρδιά της γριάς βάρυνε από ανησυχία.

Τελικά, εκμυστηρεύτηκε το όνειρο στον ιερέα του χωριού, που την παρότρυνε να μην το αγνοήσει. Μα πριν προλάβει να πράξει οτιδήποτε, η κυρα-Μαρία έσβησε ήρεμα στον ύπνο της. Κάποιοι λένε πως η Παναγιά την πήρε κοντά Της.

Σήμερα, στο σημείο εκείνο βρίσκονται μόνο σκόρπιες πέτρες. Κανείς δεν έσκαψε ποτέ. Οι χωριανοί όμως πιστεύουν πως κάπου εκεί ψηλά, στα χαλάσματα του Κούκου, κοιμάται θαμμένη μια παλιά εικόνα της Παναγίας που περιμένει να φανερωθεί. Και κάθε φορά που ανηφορίζουν στον λόφο, κάνουν τον σταυρό τους στη μνήμη της κυρα-Μαρίας, που αξιώθηκε να δει την Παναγιά στον ύπνο της.