Ένα από τα σοβαρότερα σκάνδαλα διαφθοράς των τελευταίων ετών στη Βόρεια Ελλάδα αποκαλύφθηκε στη Χαλκιδική, φέρνοντας στο φως ένα καλά οργανωμένο κύκλωμα μέσα στην Τροχαία, με «φακελάκια», εξυπηρετήσεις, ψευδείς βεβαιώσεις παραβάσεων και αθέμιτα ανταλλάγματα που ξεπερνούσαν κατά πολύ τα χρηματικά ποσά.
Η υπόθεση οδήγησε στη σύλληψη τριών αστυνομικών, ανάμεσά τους και κατώτερου αξιωματικού, ενώ στη δικογραφία περιλαμβάνονται δεκάδες ακόμη αστυνομικοί και ιδιώτες. Παράλληλα, ο διοικητής του Τμήματος Τροχαίας απομακρύνθηκε από τα καθήκοντά του.
Η καταγγελία που άνοιξε τον ασκό του Αιόλου
Το κουβάρι της υπόθεσης άρχισε να ξετυλίγεται μετά από καταγγελία επαγγελματία οδηγού φορτηγού. Κατά τη διάρκεια ελέγχου στην επαρχιακή οδό Πολυγύρου – Νέας Ποτίδαιας, του βεβαιώθηκε πρόστιμο ύψους 850 ευρώ για παράβαση ταχογράφου. Σύμφωνα με την καταγγελία, οι αστυνομικοί τού πρότειναν να «σβηστεί» το πρόστιμο, εφόσον κατέθετε χρήματα σε συγκεκριμένο λογαριασμό, με το πρόσχημα μάλιστα της φιλανθρωπίας.
Η υπόθεση έφτασε στις Υπηρεσίες Εσωτερικών Υποθέσεων της ΕΛ.ΑΣ. και ακολούθησε πολύμηνη, μεθοδική έρευνα, με ειδικές ανακριτικές πράξεις, παρακολουθήσεις και οικονομικό έλεγχο.
Ένα οργανωμένο κύκλωμα με επιλεκτικούς ελέγχους
Από την έρευνα προέκυψε η ύπαρξη εγκληματικής ομάδας που δρούσε τουλάχιστον από τις αρχές του 2025. Τα μέλη της πραγματοποιούσαν επιλεκτικούς τροχονομικούς ελέγχους, στοχεύοντας κυρίως επαγγελματίες οδηγούς, φορτηγά μεταφορών, επιχειρήσεις εστίασης και επαγγελματίες του κατασκευαστικού τομέα.
Σε πολλές περιπτώσεις είτε δεν βεβαιώνονταν οι προβλεπόμενες παραβάσεις, είτε καταγράφονταν ψευδείς και σαφώς ηπιότερες κλήσεις. Παράλληλα, οδηγοί και επιχειρηματίες ενημερώνονταν εκ των προτέρων για σημεία ελέγχων και μπλόκα, ακυρώνοντας πλήρως την έννοια της τροχονομικής εποπτείας.
Χρήμα, υλικά και «χάρες» αντί για τον νόμο
Το σύστημα αθέμιτων ωφελημάτων δεν περιοριζόταν στα μετρητά. Οι εμπλεκόμενοι φέρονται να λάμβαναν οικοδομικά υλικά και εργασίες για ανακαινίσεις κατοικιών, ελαστικά και ανταλλακτικά οχημάτων, ηλεκτρονικές συσκευές, οινοπνευματώδη ποτά, ακόμη και δωρεάν υπηρεσίες από επιχειρήσεις.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση αστυνομικού που φέρεται να έλαβε φορτηγό με τούβλα και τσιμέντα, προκειμένου να μη βεβαιώσει παράβαση. Σε άλλες περιπτώσεις, «σβήνονταν» επικίνδυνες παραβάσεις και αντικαθίσταντο με ασήμαντες κλήσεις, απλώς για να υπάρχει τυπική καταγραφή.
Ο ρόλος του διοικητή
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται και στον ρόλο του διοικητή του Τμήματος Τροχαίας. Αν και δεν εμφανίζεται ως μέλος της εγκληματικής ομάδας, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας.
Σε ερμάριο του γραφείου του εντοπίστηκαν πράξεις βεβαίωσης παραβάσεων, για τις οποίες δεν είχαν κινηθεί οι προβλεπόμενες διαδικασίες.
Κατασχέσεις και βαριές κατηγορίες
Κατά τις έρευνες κατασχέθηκαν μετρητά, κινητά τηλέφωνα, ελαστικά, αστυνομικός εξοπλισμός, αλεξίσφαιρα γιλέκα, φιάλες αλκοόλ, οικιακές συσκευές, καθώς και πλήθος υλικών και παροχών που συνδέονται με αθέμιτα ανταλλάγματα.
Οι συλληφθέντες αντιμετωπίζουν βαριές κατηγορίες, όπως σύσταση εγκληματικής οργάνωσης, δωροληψία και δωροδοκία υπαλλήλου, κατάχρηση εξουσίας, ψευδή βεβαίωση, παράβαση καθήκοντος και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Σκάνδαλα που διαδέχονται το ένα το άλλο
Η υπόθεση της Τροχαίας δεν έρχεται στο κενό. Έναν μόλις χρόνο πριν, η Χαλκιδική είχε συγκλονιστεί από το σκάνδαλο της Πολεοδομίας, που είχε αποκαλύψει μηχανισμούς διαφθοράς, εξυπηρετήσεων και κατάχρησης εξουσίας σε έναν ακόμη νευραλγικό τομέα του Δημοσίου.
Τότε, στο επίκεντρο είχαν βρεθεί πολεοδομικές άδειες, αυθαιρεσίες και «παραθυράκια», αφήνοντας βαθύ αποτύπωμα δυσπιστίας στην τοπική κοινωνία. Σήμερα, με το σκάνδαλο της Τροχαίας, η εικόνα επαναλαμβάνεται: υπηρεσίες πρώτης γραμμής, με άμεση επαφή με τον πολίτη, εμφανίζονται να λειτουργούν μέσα από άτυπα δίκτυα συναλλαγών και ανταλλαγμάτων.
Η σύμπτωση δύο τόσο σοβαρών υποθέσεων μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα δεν μπορεί να αγνοηθεί. Αντιθέτως, αναδεικνύει με τον πιο εμφατικό τρόπο την ανάγκη για ουσιαστικό έλεγχο, διαφάνεια και πραγματική κάθαρση, ώστε να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς.










