Επιμέλεια: Αλέκος Κοκκαλάς
Τη λέξη «γάμος» , οι γονείς μας δεν την χρησιμοποιούσαν σχεδόν ποτέ , από συστολή , τον έλεγαν «χαρά» . (Στη χαρά σου θα κουβαλώ νερό με το κόσκινο ) έλεγαν , ν’ αστειευτούν . Μα ήταν πραγματική χαρά , όχι μόνο στο στατικό που συνέβαινε το χαρμόσυνο γεγονός, αλλά και για όλο το χωριό που συμμετείχε σ’ αυτό . Ήταν άλλωστε μία από τις λίγες ψυχαγωγίες εκείνου του καιρού .
Οι γάμοι γίνονταν πάντα σχεδόν από προξενιό και σπάνια από έρωτα, που προσπαθούσαν να τον καλύψουν.
Την πρωτοβουλία την είχαν οι γονείς του νέου , που διάλεγαν μια κοπέλα αντάξια για την οικογένεια και για τον γιο τους ? και αν συμφωνούσε κι αυτός έστελναν την προξενήτρα να βολιδοσκοπήσει με τρόπο αν θα γινόταν δεκτή η πρόταση τους . Αν η προξενήτρα έφερνε καλά νέα, οι γονείς του νέου με τον προξενητή και τους συμπεθέρους πήγαιναν σε συγγενικό σπίτι να συζητήσουν αυτά που θα αφορούσαν το σοβαρό γεγονός : Τι προίκα θα έδινε η κόρη , τι αντίκρισμα θα είχε ο γαμπρός. Πόσο θα κρατούσε η περίοδος των αρραβώνων .( Συνήθως ο καιρός ήταν μακρύς 8 -10 χρόνια για να δοθεί στους νέους καιρός να ετοιμαστούν . Η νέα να υφάνει και να κεντήσει τα προικιά της, που έπρεπε να είναι άφθονα.
Ο νέος ν’ αγοράσει λιοτόπια, να κτίσει το σπίτι. Κανείς νέος δεν παντρευόταν αν δεν είχε σπίτι δικό του).

Αυτοί συμφωνούσαν σε όλα, όριζαν την ημερομηνία της «καλής αρραβώνας» , που κανόνιζαν να συμπέσει με μεγάλη γιορτή . Ο γαμπρός, οι γονείς του και όλο του το σόι κατέφθαναν στης νύφης. Ο πεθερός ή ένας ιερέας άλλαζε τις εβεργέτες ( βέρες ). Έπειτα η νύφη κερνούσε γλυκό του κουταλιού . Κάθε καλεσμένος έπρεπε να ρίξει ένα δώρο μέσα στον δίσκο, χρυσαφικό ή χρήματα . Ο γαμπρός πεντόλιρο, οι πεθεροί και τα’ αδέλφια του γαμπρού χρυσαφικά οι δε άλλοι συγγενείς ανάλογα με τον βαθμό συγγενείας και με την οικονομική τους κατάσταση . Η νύφη ανταπέδιδε με δώρα, κάλτσες, μανδήλια, πουκάμισα κ.τ.λ. Μετά ακολουθούσε το φαγοπότι, το γλέντι και ο χορός. Τραγουδώντας ο γαμπρός κρυφοκοίταζε την νύφη σα να της έκανε ερωτική εξομολόγηση : «Είσαι άγγελος ωραίος, έχεις μάτια γαλανά , έχεις χείλη κοραλλένια καμωμένα για φιλιά . Αν τυχόν και σε ψυχράνει του ανέμου η δροσιά, τότε εγώ θα σε θερμάνω στην θερμή μου αγκαλιά».
Το γλέντι κρατούσε ως τα ξημερώματα . Και από τότε άρχιζε η Περίοδος των αρραβώνων . Ο νέος έπρεπε να εργαστεί, να κτίσει το σπίτι του , ν’ αγοράσει κι άλλα κτήματα, λιοτόπια και αμπέλια .
Η κοπέλα έπρεπε να υφάνει και να κεντήσει τα προικιά της > που έπρεπε να είναι όσο το δυνατόν περισσότερα.
Στο διάστημα αυτό , ποτέ οι νέοι δεν έβγαιναν μόνοι τους . Κάθε Κυριακή ο γαμπρός πήγαινε στα πεθερικά να καλό-μανίσει. Καλομάνα έλεγαν την μητέρα της νύφης. Όλη η οικογένεια ήταν συγκεντρωμένη στη μεγάλη κάμαρα, καθισμένη στα μιντέρια και δεν άφηναν ποτέ μόνους τους νέους , ήταν ντροπή ! Και κείνοι δεν παραπονιόνταν … γιατί ήταν γενικός
κανόνας . Ο καιρός περνούσε και έφθανε η ώρα του γάμου . Κανόνιζαν να γένει μετά το μαξούλι ( σοδειά ) . Η θεία Μαριορίτσα έλεγε κάτι σχετικό : «Ήμουν αρρεβωνιασμένη 12 χρόνια με το Γιωργή και το σπίτι του δεν το ήξερα . Και έλεγα : άραγε που με πάσι;»
Νεαρά εγώ τότε το βρήκα υπερβολικό και με αφέλεια της είπα : «Και γιατί δεν πήγαινες κρυφά να το δεις;»
Μα δεν πρόφθασα , γιατί σηκώθηκε ο πατέρας μου θυελλώδης να με βάλει στη θέση μου.
«Πακέ ήντο σαν εσάς τις σημερινές σουσουράδες που περνάτε απέ το τσαρσί και δεν ντρέπεστε καθόλου ;»
Στην παλιά Τρίγλια είχαν δυο περιόδους σοδειάς, τα κουκούλια την άνοιξη και τον χειμώνα τις ελιές .
Πολλές μέρες έπλεναν τα προικιά και όλα τα γνωστά κορίτσια μαζεύονταν στης νύφης για τις ματσιές.
Παρασκευή στόλιζαν την προίκα και γινόταν σωστή παρέλαση , να δουν και να πουν τα καλορίζικα. Τα παλιά χρόνια ζύμωναν και πρωτόψωμο . Το Σάββατο γινόταν γλέντι στης νύφης και την Κυριακή στου γαμπρού.
Την Κυριακή το πρωί ,ο γαμπρός με τους καλεσμένους, με τη συνοδεία οργάνων, έπαιρναν την προίκα . Κάθε καλεσμένος κρατούσε και κάτι, που τα πήγαιναν στο σπίτι του γαμπρού και τα στόλιζε η πεθερά . Όταν στόλιζαν την νύφη τραγουδούσαν :

«Νύφη μου ξάστερο νερό και ξέλαμπρο φεγγάρι το ταίρι σου είναι ζηλευτό και άξιο παλικάρι. Στη γειτονιά όπου θα πας σαν κρίνος να ριζώσεις και σαν μηλιά γλυκομιλά ν’ ανθίσεις ,να καρπίσεις.»
Έλεγαν επίσης:
«Σήμερα μαύρος ουρανός, σήμερα μαύρη μέρα, σήμερα αποχωρίζονται μάνα και θυγατέρα».
Και δος του κλάμα και κακό η νύφη και οι περίοικοι. Δεν ήταν νύφη τότε που να μην κλαίει στον γάμο της.
Το απόγευμα ο γαμπρός με τους καλεσμένους του , με τα όργανα περνούσε από τους κουμπάρους και όλοι μαζί πήγαιναν στης νύφης και μετά στην εκκλησία . Στην αρχή της πομπής πήγαιναν 3 παιδιά κρατώντας τις λαμπάδες και το μεσαίο τα στέφανα 9 μέσα σε δίσκο μαζί με ωραίο ύφασμα μεταξωτό, δώρο του κουμπάρου στη νύφη . Όλη η πομπή με τα όργανα 7 πήγαιναν στην εκκλησία , όπου γινόταν η στέψη , και που η νύφη προσπαθούσε να πατήσει του γαμπρού το πόδι. Στο τέλος της στέψης οι φίλοι του κουμπάρου τον σήκωναν ψηλά φωνάζοντας : «τάξε-τάξε».
Έταζε ο κουμπάρος ένα τραπέζι και τον άφηναν ήσυχο .
Όταν γυρνούσαν, αν άλλαζε η νύφη γειτονιά ή χωριό , τα παλικάρια κρατούσαν ένα χοντρό σχοινί και εμπόδιζαν το ζεύγος να περάσει. Θα έδινε ο γαμπρός μπαξίσι για να περάσει.
Όταν έφθαναν στο σπίτι η πεθερά περίμενε με την κούπα το γλυκό και η νύφη με το δάχτυλο σταύρωνε την πόρτα που θα περάσει να είναι η ζωή της γλυκιά.
Συνέχιζε το γλέντι ως το πρωί και την Δευτέρα. Γαμήλιο ταξίδι δεν υπήρχε.
Την άλλη Κυριακή γινόταν η αντίχαρα. Η νύφη κατέβαινε στην εκκλησία μαζί με την κουμπάρα , την μητέρα της και την πεθερά . Μετά την εκκλησία καλούσαν τον κόσμο στο σπίτι, όπου κερνούσαν ωραία γλυκά , ντίμπλες και κουραμπιέδες. το βράδυ καλούσαν τους κουμπάρους στο τραπέζι, και την άλλη Κυριακή η νύφη μετά την εκκλησία μαζί με την κουμπάρα έκανε τις πρώτες επισκέψεις σαν παντρεμένη κυρία –
Εποχή άφησαν τα πρώτα χρόνια στη Ν. Τρίγλια οι Αμερικάνικοι γάμοι π.χ. του Διομήδη και της Θεοχάρης , του Σγουρή και της Αλεξάνδρας του Ρουδά του Τρύφου και της Ανθούλας.
Της Καίτης Σαρρή
(Δημοσιεύθηκε στα «Τριγλιανά Νέα, 26-4-1978 .Αρ.15)
 
Oι αρραβώνες και οι γάμοι
Του Σταύρου Μαργαρίτη
Στην Τρίγλια της Μικράς Ασίας για να γίνει ένα νέο ανδρόγυνο έπρεπε να προετοιμαστεί από πολλά χρόνια πριν. Υπήρχαν αρραβωνιασμένοι 8 και 10 χρόνια για να προετοιμάσουν το νοικοκυριό τους, έπρεπε να έχουν το δικό τους σπίτι, τα κτήματά τους , να γίνουν όλα αυτά και μετά να προβούν σε γάμο.
Έπειτα εκείνα τα χρόνια, ο αρραβώνας ίσον γάμος, δε ήτο όπως σήμερα, που τη μια μέρα αρραβωνιάζονται και τη δεύτερη μέρα χωρίζουν. Εκεί όταν δίνανε λόγο ισοδυναμούσε με ένα γάμο, τόσο σεβασμός και εμπιστοσύνη υπήρχε γι’ αυτό και πάσχιζαν ο ένας και ο άλλος να τακτοποιηθούν και μετά να παντρευτούν.

Ο άνδρας εργαζότανε να κάνει κτήματα. Εκεί το μαξούλι ήτο ελαιοπαραγωγή. Φύτευε ο ίδιος ελαιόδεντρα και αν πάλι τα κατάφερνε να έχει ορισμένες οικονομίες, αγόραζε και από κανένα κτήμα. Η γυναίκα πάλι εργαζότανε στο σπίτι. Εκεί στην πατρίδα, το κάθε σπίτι είχε και τον αργαλειό του, όπως την λέγανε κρεβατίνα. Στην κρεβατίνα λοιπόν η κοπέλα θα υφαίνει την προίκα της. Εκεί οι κοπέλες δεν αγοράζανε την προίκα τους από τους πραματευτάδες, την κάνανε μόνες τους στην κρεβατίνα και η προίκα τους σχεδόν όλη γινότανε υφαντή από ζωική μέταξα, γιατί  τότε δεν υπήρχε φυτικό μετάξι, όπως υπάρχει σήμερα. Έτσι πιάσε από μαξιλαροθήκες, σινδόνια, τραπεζομάντηλα και όλα τους τα εσώρουχα, τα ασπρόρουχα όπως τα λέγανε θα γίνουν στον αργαλειό. Έπειτα κάνανε και κιλίμια (χαλιά) στην κρεβατίνα και εκτός από τα χαλιά υφαίνανε και κάτι στενόμακρα κομμάτια με κοψίδια από κουρέλια που τα λέγανε βρανιές (κουρελούδες). Αυτά λοιπόν όλα θα γίνουν και μετά θα γίνει το προικοσύμφωνο θα καλέσουν το μουχτάρη (πρόεδρο) αποτελούμενη από μια επιτροπή του χωριού όπως την λέγανε εφορία και θα παραβρεθούν για να υπογράψουν ως μάρτυρες το τι δίνει η κοπέλα και τι έχει ο γαμπρός. Μετά πλέον όταν τελειώσει αυτή η ιεροτελεστία, την επομένη εβδομάδα θα γίνει ο γάμος.