Το Ορκίνι και οι Ορκινάδες

    Κείμενο: ΑΘΗΝΑ ΒΑΡΒΑΡΕΣΣΟΥ Βιολόγος, εκπαιδευτικός 

    Επιμέλεια: ΧΡΗΣΤΟΣ ΚΑΡΑΣΤΕΡΓΙΟΣ

    Το Ορκίνι είναι το ψάρι που ανήκει στην οικογένεια των Τοννοειδών (γένος Θύννος), όπως ο Τόννος, η Παλαμίδα, το Κοπάνι κ.α. Αναγνωρίζεται από το πάνω χείλος του που φτάνει στο ύψος του ματιού και από το πρώτο ραχιαίο πτερύγιο που κατά τα ¾ είναι μαύρο.

    Το κρέας του  είναι κόκκινο, σε αντίθεση με άλλα ψάρια που έχουν λευκό κρέας. Αυτό οφείλεται στην καλή αιμάτωση των ερυθρών μυών του, πράγμα που επιτρέπει στο πελαγικό αυτό ψάρι να πραγματοποιεί συνεχείς και μεγάλες μετακινήσεις με αξιόλογη ταχύτητα πλεύσης, χωρίς να κουράζεται. Ξεκινάει το ταξίδι του από τον Εύξεινο Πόντο και κατηφορίζει προς τη Μεσόγειο, περνώντας στο Αιγαίο και τα μικρότερα πελάγη του και φτάνει στον Κόλπο της Ιερισσού το μήνα Μάιο, αναζητώντας τροφή και τόπο αναπαραγωγής.

    Το ψάρεμα Ορκινιού καταγράφεται από την αρχαιότητα. Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν ιδιαίτερη προτίμηση στα πετρόψαρα του Αιγαίου, αλλά επιδίδονταν και στην αλιεία πολλών πελαγικών ειδών, όπως ήταν ο τόνος -ο οποίος κατείχε ιδιαίτερη θέση στην προτίμηση των αρχαίων- οι παλαμίδες, τα σκουμπριά και ο γαύρος. Οι  ψαροφάγοι πρόγονοί μας συγγραφείς έγραψαν γι αυτό, άλλοι πάλι το ζωγράφισαν ή το έβαλαν στα νομίσματά τους.

    Ο Αριστοτέλης στο “Περί ζώων ιστορίας” περιγράφει τις μεταναστευτικές και αναπαραγωγικές συνήθειες του τόνου- ορκινιού.

    Για να δούμε, λοιπόν, τι έγραψε ο Αριστοτέλης για τον τόνο στο πολύτομο έργο του: «Τῶν περί τά Ζῶα Ἱστοριῶν», γύρω στο 350 π.Χ.:  «Εἰσπλέουσι δ’ οἱ θύννοι ἐπὶ δεξιὰ ἐχόμενοι τῆς γῆς, ἐκπλέουσι δ’ ἐπ’ ἀριστερά· τοῦτο δέ φασί τινες ποιεῖν ὅτι τῷ δεξιῷ ὀξύτερον ὁρῶσι, φύσει οὐκ ὀξὺ βλέποντες. Τὴν μὲν οὖν ἡμέραν οἱ ῥυάδες κομίζονται, τὴν δὲ νύκτα ἡσυχάζουσι καὶ νέμονται, ἂν μὴ σελήνη ᾖ· τότε δὲ κομίζονται καὶ οὐχ ἡσυχάζουσιν. Λέγουσι δέ τινες τῶν περὶ τὴν θάλατταν ὡς ὅταν τροπαὶ χειμεριναὶ γένωνται, οὐκέτι κινοῦνται ἀλλ’ ἡσυχάζουσιν, ὅπου ἂν τύχωσι καταληφθέντες, μέχρι ἰσημερίας.»

    «Οι τόνοι εισπλέουν (στον Εύξεινο Πόντο)  από τη δεξιά μεριά, έχοντας την ακτή κοντά τους, εκπλέουν δε από την αριστερή μεριά. Αυτό το κάνουν επειδή η όραση τους είναι καλύτερη στο δεξί μάτι. Στη διάρκεια της ημέρας ταξιδεύουν, και την νύκτα ησυχάζουν και τρέφονται, αν δεν υπάρχει σελήνη, οπότε ταξιδεύουν και δεν ησυχάζουν» .

    Τον τόνο τον ψάρευαν είτε με καθετή, είτε με συρτή, αλλά κυρίως στα θυννεία, μόνιμες κατασκευές με πασσάλους και δίχτυα που τοποθετούνταν στο πέρασμα των ψαριών και τα οδηγούσαν σε αδιέξοδες παγίδες, όπου θανατώνονταν. Τέτοια περάσματα -ψαρέματα είναι γνωστά απ’ την αρχαιότητα στον Παγασητικό, στον Ευβοϊκό, στη Χαλκιδική, στη Μυτιλήνη ως το Σαρωνικό, στα Μέθανα κι ως τα Δωδεκάνησα.

    Τα θυννεία δεν έπαψαν να λειτουργούν ούτε και στη ρωμαϊκή εποχή, αντίθετα μάλιστα, η χρήση τους επεκτάθηκε σε όλες τις κατακτημένες περιοχές, οι οποίες είχαν επιδοθεί σε έναν διαρκή αγώνα δρόμου για να τροφοδοτούν με ψάρια την αχόρταγη ρωμαϊκή αυτοκρατορία. Η χρήση τους συνεχίστηκε και στο Βυζάντιο με τις λεγόμενες επόχες. Ο Μ. Βασίλειος τον 4ο αι. μ.Χ., αναφέρεται στους θυννοσκόπους, οι οποίοι μπορούσαν να ξεχωρίσουν μέσα στη θάλασσα τα διάφορα είδη, αλλά και τον αριθμό των ψαριών που πλησίαζαν τις παγίδες. Ο Ιωάννης Π. Μαμαλάκης στο βιβλίο του ‘’ ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ (ΑΘΩΣ) ΔΙΑ ΜΕΣΟΥ ΤΩΝ ΑΙΩΝΩΝ’’, σ.113, γράφει:

    Τό 1331 οἱ τῆς μονῆς Ζωγράφου προέβαλον τήν ἀξίωσιν, ὅπως ἀποδοθῇ εἰς αὐτούς «στάσις τῆς τῶν ὀρκίνων ἁλιείας» ἐν Κομιτίσσῃ, την ὁποίαν, ἄν και ἀνῆκεν εἰς αὐτούς, κατεῖχον τότε οἱ Ξηροποταμηνοί.  

    Στο έγγραφο αυτό βλέπουμε την χρήση του ονόματος «ορκίνι» στη περιοχή της Ιερισσού ήδη από τον 14ο αιώνα.

    Στην Αναγέννηση βρίσκουμε τέτοιες παγίδες, σύνθετες και μεγάλης κλίμακας, τις τοννάρες, να αποτελούν πηγή μεγάλου πλούτου σε όλη τη Μεσόγειο. Στη σύγχρονη Ελλάδα, η χρήση των θυννείων[i], γνωστά και ως νταλιάνια, εντάθηκε μετά τη μικρασιατική καταστροφή με τους πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Ελλάδα, κυρίως για τη σύλληψη παράκτιων ειδών ψαριών.

    Ο κόλπος της Ιερισσού ήταν ένας από τους τόπους αναπαραγωγής του ορκινιού. Έτσι από την αρχαία Άκανθο η αλιεία του έπαιξε σημαντικό ρόλο στη διατροφή των κατοίκων της και στην οικονομία της περιοχής, όπως αποτυπώνεται και σε τετράδραχμα της πόλης. Η σημασία της στην οικονομία και στη διατροφή των Ιερισσιωτών, όπως και των μοναχών της Αθωνικής Πολιτείας, συνεχίστηκε στη Βυζαντινή εποχή, όπως μαρτυρείται σε πλήθος εγγράφων του Αγίου Όρους, και συνεχίστηκε ως τη σύγχρονη εποχή που έφτασε να χαρακτηρίζει ως προσωνύμιο περιπαικτικά τους Ιερισσιώτες.

    Τις τελευταίες δεκαετίες ψαρεύονταν μεγάλες ποσότητες Ορκινιού και το ψάρι δεν έμενε μόνο στις αγορές της Ιερισσού, αλλά τροφοδοτούσε και τις αγορές των περιχώρων: γι’ αυτό φρόντιζαν οι τότε λιανοπωλητές, τα λεγόμενα ΄΄μαναβάκια΄΄. Το Ορκίνι έχει νόστιμο και θρεπτικό κρέας και κάθε οικογένεια περίμενε τον Μάη για να παστώσει και έτσι να το διατηρήσει για όλο τον χρόνο. Μιας και οι ψαριές ήταν μεγάλες και η προτίμηση σ΄αυτό το είδος ψαριού αξιοσημείωτη οι Ιερισσιώτες απέκτησαν το παρατσούκλι ‘’ Ορκινάδες’’, που διατηρείται ακόμα και σήμερα.

     

    Δημοσιεύθηκε στο 19ο τεύχος του «Κύτταρο Ιερισσού»