agrotika

Με νομοθετική παρέμβαση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας, επιλύεται το ζήτημα της χρόνιας αμφισβήτησης από το Δημόσιο της κυριότητας των δασωθέντων αγρών, που αποτελούν εκτάσεις αγροτικού χαρακτήρα οι οποίες δασώθηκαν λόγω εγκατάλειψής τους σε δύσκολες ιστορικές συνθήκες, αλλά και της σημερινής η μελλοντικής αξιοποίησης τους. Το θέμα αφορά άμεσα εκατοντάδες στρέμματα στη Χαλκιδική και εκτάσεις σε πολλές περιοχές δήμων, που ταλαιπωρήθηκαν επί δεκαετίες.

Η νομοθετική ρύθμιση που ψηφίστηκε χθες προβλέπει μεταξύ άλλων τα εξής:

  • Το Δημόσιο δεν προβάλλει πλέον δικαιώματα κυριότητας σε εκτάσεις που είχαν αγροτική μορφή στις αεροφωτογραφίες του 1945 ή του 1960 ανεξάρτητα από τη μορφή που έχουν σήμερα, παρά μόνο αν το ίδιο έχει τίτλους ιδιοκτησίας.
  • Εάν το γεωτεμάχιο ήταν αγροτικής μορφής στο παρελθόν αλλά σήμερα είναι δάσος και έως 30 στρέμματα, θα επιτρέπεται μόνο η χρήση του για γεωργική και δενδροκομική εκμετάλλευση, χωρίς δυνατότητα περαιτέρω αλλαγής χρήσης.
  • Εάν το γεωτεμάχιο ήταν αγροτικής μορφής το 1945 ή το 1960 και σήμερα θεωρείται δασική έκταση δεν υπάγεται πλέον στην δασική νομοθεσία και επιτρέπονται όλες οι χρήσεις. Προϋπόθεση είναι να αποδειχθεί η κυριότητα ή ο νομικός δεσμός του ιδιοκτήτη με το ακίνητο, κάτι που δεν γίνεται απαραίτητα μόνο με τίτλους, αλλά και με οποιοδήποτε θεσμικά προβλεπόμενο αποδεικτικό στοιχείο από το οποίο πιθανολογείται ο νομικός δεσμός με το ακίνητο.
  • Ο χαρακτηρισμός της έκτασης (δάσος ή δασική), διενεργείται, εφόσον δεν υπάρχει δασολόγιο, αλλά υπάρχει αναρτημένος δασικός χάρτης, από την Επιτροπή Δασολογίου Περιφερειακής Ενότητας, ακόμα και αν η συγκεκριμένη έκταση έχει κηρυχθεί αναδασωτέα.

Οι εκτάσεις που έχουν χαρακτηριστεί ως δασωθέντες αγροί σε ολόκληρη τη χώρα υπολογίζονται σε 6,9 εκατ. στρέμματα. Με την επίλυση του ζητήματος των δασωθέντων αγρών, παρέχονται κίνητρα για την επιστροφή του πληθυσμού σε ορεινές και ημιορεινές περιοχές. Η επιστροφή του πληθυσμού στις περιοχές αυτές θα συμβάλλει τόσο στην αγροτική ανάπτυξη όσο και στην καλύτερη προστασία των δασικών οικοσυστημάτων από πυρκαγιές και άλλες φυσικές καταστροφές, με τον καθαρισμό των αγρών αυτών.

Ο Υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Κώστας Σκρέκας, δήλωσε: «Με σεβασμό στις αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, του Αρείου Πάγου και κυρίως στις διατάξεις του Συντάγματος, λύνουμε τα προβλήματα που αναδείχθηκαν από την ανάρτηση των δασικών χαρτών προκειμένου να ολοκληρώσουμε αυτή τη μεγάλη μεταρρύθμιση. Με τη διάταξη για τους δασωθέντες αγρούς, δίνουμε τη δυνατότητα να καλλιεργηθούν ξανά εκτάσεις που παρέμεναν ανεκμετάλλευτες επί δεκαετίες. Το επόμενο διάστημα θα προσπαθήσουμε να διευθετήσουμε και το ζήτημα των εκχερσωμένων πρώην δασικών εκτάσεων. Η κύρωση των δασικών χαρτών κατοχυρώνει την προστασία του περιβάλλοντος, της δημόσιας περιουσίας και των νόμιμων ατομικών δικαιωμάτων των πολιτών. Συμβάλλει, επίσης, στη δημιουργία ενός ξεκάθαρου πλαισίου για τις χρήσεις γης, ενώ ανοίγει τον δρόμο για την ολοκλήρωση του Κτηματολογίου, το οποίο επίσης αποτελεί σημαντική μεταρρύθμιση για την προστασία της περιουσίας των πολιτών και τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος».

Ο Υφυπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Γιώργος Αμυράς, δήλωσε: «Με τη συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη  αποδίδουμε στην προγονική γη τον αρχικό της χαρακτηρισμό. Χωράφια που καλλιεργούσαν οι γονείς μας ή οι παππούδες μας, στη συνέχεια τα εγκατέλειψαν και λόγγιασαν. Αυτές οι εκτάσεις αποδίδονται στους νόμιμους κατόχους τους για να τις ξανά καλλιεργήσουν και να τις αξιοποιήσουν σύμφωνα με τη δασική νομοθεσία. Καλούμε τους νέους να αξιοποιήσουν την ευκαιρία αυτή!».

Η νομοθετική ρύθμιση για τους δασωθέντες αγρούς περιλαμβάνεται σε σχέδιο νόμου του Υπουργείου Εσωτερικών, το οποίο αναμένεται να ψηφιστεί σήμερα. Στο σχέδιο νόμου εντάσσονται και άλλες διατάξεις του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας που αφορούν, μεταξύ άλλων, στη μεταφορά των δασικών υπηρεσιών στο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας, στη χορήγηση παράτασης για την τακτοποίηση αυθαιρέτων και στον καθορισμό όρων, περιορισμών δόμησης και χρήσεων γης σε οικισμούς με πληθυσμό κάτω των 2.000 κατοίκων.