Σαφείς οδηγίες για τη φορολόγηση της επικαρπίας και της ψιλής κυριότητας δίνει νέα εγκύκλιος της ΑΑΔΕ, αποσαφηνίζοντας τον τρόπο υπολογισμού της αξίας τους στις μεταβιβάσεις ακινήτων.

Κομβικό ρόλο παίζει η ηλικία του επικαρπωτή, καθώς από αυτήν εξαρτάται το ποσοστό της αξίας της επικαρπίας σε σχέση με την πλήρη κυριότητα. Όσο νεότερος είναι ο δικαιούχος, τόσο υψηλότερη είναι η αξία: για παράδειγμα, κάτω των 20 ετών η επικαρπία φτάνει έως και το 80% της αξίας του ακινήτου, ενώ για άνω των 80 ετών περιορίζεται μόλις στο 10%.

Στις περιπτώσεις επικαρπίας ορισμένου χρόνου, η αξία υπολογίζεται αναλογικά, με βάση τα έτη διάρκειας, χωρίς όμως να μπορεί να ξεπεράσει τα 8/10 της πλήρους κυριότητας. Παράλληλα, σε διαδοχικές επικαρπίες, ο φόρος προσδιορίζεται κάθε φορά με βάση την ηλικία του εκάστοτε δικαιούχου τη στιγμή που αποκτά το δικαίωμα.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν και οι κληρονομιές, όπου η φορολόγηση μπορεί να ανασταλεί έως τη συνένωση της ψιλής κυριότητας με την επικαρπία, κάτι που συνήθως συμβαίνει μετά τον θάνατο του επικαρπωτή. Ο ψιλός κύριος, ωστόσο, έχει τη δυνατότητα να φορολογηθεί άμεσα μόνο για το ποσοστό που του αναλογεί.

Σύμφωνα με την εγκύκλιο, κατά τη λήξη της επικαρπίας ή τη συνένωσή της με την ψιλή κυριότητα, στις περισσότερες περιπτώσεις δεν προκύπτει νέα φορολογική επιβάρυνση, γεγονός που αποτελεί σημαντική «ανάσα» για τους ιδιοκτήτες.

πηγή newmoney.gr