Από τα ξημερώματα της Κυριακής 29 Μαρτίου τίθεται σε ισχύ η θερινή ώρα, με τα ρολόγια να μετακινούνται μία ώρα μπροστά, όπως συμβαίνει κάθε χρόνο.
Συγκεκριμένα, στις 03:00 τα ξημερώματα οι δείκτες θα προχωρήσουν μία ώρα μπροστά και θα δείξουν 04:00, με αποτέλεσμα οι πολίτες να χάσουν μία ώρα ύπνου, αλλά να κερδίσουν περισσότερο φως κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Το θερινό ωράριο θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι την Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2026, οπότε και θα πραγματοποιηθεί η αντίστροφη αλλαγή, με επιστροφή στη χειμερινή ώρα.
Συνεχίζεται η συζήτηση για την κατάργηση
Η αλλαγή της ώρας εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο έντονου διαλόγου στην Ευρωπαϊκή Ένωση τα τελευταία χρόνια. Το θέμα επανήλθε δυναμικά το 2018, όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε να σταματήσει η εναλλαγή μεταξύ θερινής και χειμερινής ώρας.
Μάλιστα, σε σχετική δημόσια διαβούλευση, περίπου το 84% των Ευρωπαίων πολιτών τάχθηκε υπέρ της καθιέρωσης μιας σταθερής ώρας καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Ωστόσο, τα κράτη-μέλη δεν έχουν καταλήξει σε κοινή απόφαση για το ποια ώρα θα υιοθετηθεί, με αποτέλεσμα το μέτρο να παραμένει «παγωμένο».
Τα υπέρ και τα κατά
Όσοι υποστηρίζουν την κατάργηση της αλλαγής ώρας επικαλούνται κυρίως λόγους υγείας, καθώς η μεταβολή αυτή επηρεάζει τον ύπνο και τη βιολογική ισορροπία του οργανισμού. Παράλληλα, εκτιμάται ότι μια σταθερή ώρα θα μπορούσε να βελτιώσει την καθημερινότητα και την απόδοση των πολιτών, ενώ ενδέχεται να συμβάλει και στην εξοικονόμηση ενέργειας.
Από την άλλη πλευρά, υπάρχουν και υποστηρικτές της θερινής ώρας, οι οποίοι τονίζουν ότι προσφέρει περισσότερες ώρες φυσικού φωτός το απόγευμα, κάτι που ευνοεί τις δραστηριότητες και την ψυχαγωγία, ιδιαίτερα τους θερινούς μήνες.
Γιατί αλλάζουμε την ώρα
Η ιδέα της αλλαγής ώρας δεν είναι καινούργια. Ήδη από το 1784, ο Βενιαμίν Φραγκλίνος είχε αναφερθεί στην πιθανότητα εξοικονόμησης ενέργειας μέσω της καλύτερης αξιοποίησης του φυσικού φωτός.
Η πρώτη πρακτική εφαρμογή έγινε το 1916, εν μέσω Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, με τη Γερμανία να εισάγει το μέτρο για λόγους εξοικονόμησης πόρων. Σύντομα ακολούθησαν και άλλες χώρες, όπως η Μεγάλη Βρετανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Μετά το τέλος του πολέμου το μέτρο εγκαταλείφθηκε προσωρινά, ωστόσο επανήλθε κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στην Ελλάδα, η πρώτη προσπάθεια εφαρμογής έγινε το 1932, χωρίς όμως συνέχεια, ενώ η καθιέρωσή του σε μόνιμη βάση ήρθε το 1975, σε συντονισμό με άλλες ευρωπαϊκές χώρες.
Παρά τις συζητήσεις για την κατάργησή της, η αλλαγή ώρας εξακολουθεί να εφαρμόζεται κανονικά δύο φορές τον χρόνο, μέχρι να ληφθεί οριστική απόφαση σε ευρωπαϊκό επίπεδο.










