Η πορνεία, η βία και τα ναρκωτικά συνυπάρχουν σε ζώνες ανοχής της Λατινικής Αμερικής, όπως στη Santa Fe της Μποκοτά, όπου κορίτσια ξεκινούν να εκδίδονται από τα 16 τους χρόνια. Πολλές προέρχονται από τη Βενεζουέλα, θύματα φτώχειας, ανεργίας και κοινωνικής κρίσης, που τα κυκλώματα εκμετάλλευσης μετατρέπουν σε αντικείμενα trafficking. Οι πόλεις Medellín και Cartagena λειτουργούν ως «κομβικά σημεία» εξαγωγής γυναικών προς ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ αυτών και η Ελλάδα.
Στην Αθήνα, το Μεταξουργείο και η οδός Φυλής συγκεντρώνουν εκατοντάδες οίκους ανοχής, όπου εργάζονται κυρίως γυναίκες από Κολομβία, Βενεζουέλα και Βραζιλία. Οι τιμές κυμαίνονται από 10 έως 20 ευρώ για σύντομες συνευρέσεις, με τα μισά σχεδόν ποσά να αποδίδονται στους οίκους. Κεντρικό στοιχείο της διακίνησης αποτελεί το «χρέος μεταφοράς»: τα εισιτήρια και τα έξοδα ταξιδιού καλύπτονται από τους διακινητές και οι γυναίκες αναγκάζονται να τα ξεπληρώσουν μέσω της εργασίας τους, περιορίζοντας την αυτονομία τους και δημιουργώντας οικονομική εξάρτηση που συνιστά εξαναγκασμό.
Οι οργανώσεις Γιατροί του Κόσμου και Red Umbrella Athens επισημαίνουν ότι η Ελλάδα αποτελεί μέρος πανευρωπαϊκού δικτύου trafficking, όπου η ζήτηση στηρίζεται σε στερεότυπα για την «Λατίνα» και η τουριστική βίζα περιορίζει την πρόσβαση των γυναικών σε στήριξη και προστασία. Τα επίσημα στοιχεία για αδειοδοτήσεις επαγγέλματος δεν συμφωνούν με την πραγματικότητα: δεκάδες γυναίκες εργάζονται χωρίς νόμιμη κάλυψη και υγειονομικές βεβαιώσεις.
Η διαδρομή από τη Santa Fe μέχρι το Μεταξουργείο δεν αποτελεί απλή μεταναστευτική πορεία, αλλά μια οργανωμένη, προσαρμοστική αγορά σεξουαλικών υπηρεσιών. Η ζήτηση, η οικονομική πίεση και η αδυναμία προστασίας των θυμάτων δημιουργούν ένα φαινόμενο σε εξέλιξη, που θέτει σοβαρά ερωτήματα για την έκταση και τη νομιμότητα της εμπορίας γυναικών στην Ελλάδα.










