Με εντάσεις άρχισε η δεύτερη ημέρα της πολύκροτης δίκης για την τραγωδία των Τεμπών, με τη διαδικασία να σημαδεύεται από έντονα επεισόδια, ισχυρή αστυνομική παρουσία και νέες αντιδράσεις από συγγενείς των θυμάτων.
Λίγο μετά την έναρξη της διαδικασίας, σημειώθηκε ένταση ανάμεσα στην πρόεδρο του δικαστηρίου και τη Μαρία Καρυστιανού, η οποία αντέδρασε έντονα από την αίθουσα, φωνάζοντας προς την έδρα:
«Θα είμαι μπροστά κι αν μπορείτε να μου δείξετε τον νόμο θα είμαι μπροστά στη δίκη για τον θάνατο του παιδιού μου».
Αμέσως μετά, η πρόεδρος του δικαστηρίου διέταξε να αποχωρήσουν από την αίθουσα η Μαρία Καρυστιανού και η Μιρέλα Ρούτσι, με αποτέλεσμα η συνεδρίαση να διακοπεί λίγο αργότερα.
Σύμφωνα με όσα καταγράφηκαν από το πρωί, η κατάσταση στο εσωτερικό της αίθουσας ήταν ήδη τεταμένη, ενώ η αστυνομική παρουσία ήταν ιδιαίτερα ισχυρή. Αστυνομικοί είχαν παραταχθεί σε σημεία που χωρίζουν τα έδρανα των δικηγόρων από τις θέσεις των συγγενών, σε μια εμφανή προσπάθεια ελέγχου και αποφυγής νέων επεισοδίων.
Την ίδια ώρα, έξω από τον χώρο της δίκης είχε στηθεί ειδική διαδικασία εισόδου, με πρώτο έλεγχο σε τέντα και στη συνέχεια διαχωρισμό των εισερχομένων ανάλογα με την ιδιότητά τους. Άλλη είσοδος χρησιμοποιήθηκε για δικηγόρους και δημοσιογράφους και άλλη για συγγενείς και θύματα της τραγωδίας, ενώ στις θέσεις εντός της αίθουσας είχαν αναγραφεί συγκεκριμένες ενδείξεις για την τοποθέτηση των παρευρισκομένων.
Προσερχόμενος στο δικαστήριο, ο Νίκος Πλακιάς, πατέρας των δίδυμων αδελφών που σκοτώθηκαν στα Τέμπη, εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξος πως η διαδικασία θα μπορέσει επιτέλους να ξεκινήσει ουσιαστικά.
«Με λίγη κατανόηση από όλες τις πλευρές, να ξεκινήσει η επισημοποίηση της δίκης σήμερα».
Όπως πρόσθεσε, η παρουσία των συγγενών μέσα στην αίθουσα αποτελεί αδιαπραγμάτευτη ανάγκη:
«Οι συγγενείς πρέπει να είναι στην αίθουσα, είναι σημαντικό. Ας κάνουμε λίγο υπομονή, πρέπει να υπάρχουν συνεννοήσεις με τους δικηγόρους μας, πρέπει να είμαστε μέσα».
Νέα ένταση προκλήθηκε και κατά την είσοδο της Ζωής Κωνσταντοπούλου στον χώρο του δικαστηρίου. Σύμφωνα με πληροφορίες, η ίδια επιχείρησε να εισέλθει στην αίθουσα όχι από την προβλεπόμενη είσοδο των δικηγόρων, αλλά από εκείνη των συγγενών, συνοδεύοντας τους εντολείς της. Στο σημείο της επισημάνθηκε ότι η διαδικασία εισόδου είχε καθοριστεί από διάταξη της προέδρου Εφετών. Μετά από μικρή ένταση, το θέμα διευθετήθηκε και της επετράπη τελικά η είσοδος από το συγκεκριμένο σημείο.
Το μεγάλο στοίχημα της δεύτερης ημέρας ήταν να ξεπεραστούν οι δυσλειτουργίες που καταγράφηκαν κατά την πρεμιέρα της δίκης, καθώς πρόκειται για μια εξαιρετικά πολυπρόσωπη και απαιτητική διαδικασία. Στο εδώλιο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας κάθονται συνολικά 36 κατηγορούμενοι, ενώ η υπόθεση περιλαμβάνει περίπου 250 δικηγόρους, 138 δικαστικούς λειτουργούς, 21 διαπιστευμένους δημοσιογράφους από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και ακόμη 25 με δημοσιογραφική ταυτότητα. Παράλληλα, απαιτείται ειδική διάταξη και επαρκής χώρος για την έδρα, με δυνατότητα φιλοξενίας έως και 10 δικαστών στην κύρια αίθουσα.
Πριν από την έναρξη της διαδικασίας, η Μαρία Καρυστιανού είχε ήδη δώσει το στίγμα της έντονης δυσαρέσκειας που επικρατεί από την πλευρά των συγγενών, εξαπολύοντας σφοδρή επίθεση για τις συνθήκες διεξαγωγής της δίκης.
«Τη δίκη-παρωδία να την κρατήσουν για τον εαυτό τους».
Σε μια ακόμη ιδιαίτερα αιχμηρή αποστροφή, δήλωσε:
«Αν χρειαστεί θα παρανομήσω για την αποκάλυψη της αλήθειας».
Παράλληλα, ανέφερε πως σκοπεύει να φωτογραφίσει εντός της αίθουσας, παρά την απαγόρευση, ενώ έθεσε ευθέως ζήτημα επάρκειας του χώρου και του συνολικού χειρισμού της διαδικασίας.
«Δεν ξέρω πόσες πολλές αλλαγές μπορεί να χωρέσουν σε μία συγκεκριμένη αίθουσα, χωρητικότητας τετρακοσίων ατόμων. Γνωρίζω μόνο ότι το κόστος πάλι ανέβηκε, θα δούμε τελικά πού θα καταλήξει αυτό. Το σημαντικό για εμάς είναι να μπορούμε να χωράμε όλοι στην αίθουσα, μαζί με τους δικηγόρους μας, και να μπορέσει να διεξαχθεί κανονικά η διαδικασία. Αυτό είναι το σημαντικό».
Λίγο αργότερα, οι δικαστές ανέβηκαν στην έδρα, μέσα σε ένα ήδη βαρύ και ηλεκτρισμένο κλίμα, με το ενδιαφέρον να στρέφεται πλέον όχι μόνο στην ουσία της δίκης, αλλά και στο αν θα μπορέσει να συνεχιστεί με όρους ομαλότητας, αξιοπρέπειας και ουσιαστικής συμμετοχής των οικογενειών των θυμάτων.










