Βαριά παραμένει η φορολογική επιβάρυνση για τους εργαζόμενους στην Ελλάδα, καθώς σχεδόν τέσσερα στα δέκα ευρώ από το συνολικό κόστος εργασίας καταλήγουν σε φόρους και ασφαλιστικές εισφορές.
Παρά τις παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, η εικόνα δεν έχει αλλάξει ουσιαστικά, με τους μισθωτούς να συνεχίζουν να επωμίζονται μεγάλο μέρος του βάρους. Ειδικά για τις οικογένειες με παιδιά, η επιβάρυνση γίνεται ακόμη πιο έντονη: για ένα νοικοκυριό με έναν εργαζόμενο και δύο παιδιά φτάνει το 37,5%, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ, που διαμορφώνεται στο 26,2%.
Την ίδια στιγμή, τα φορολογικά κίνητρα για οικογένειες παραμένουν περιορισμένα. Στην Ελλάδα, η μείωση της επιβάρυνσης λόγω παιδιών είναι μόλις 1,9 ποσοστιαίες μονάδες, όταν στον ΟΟΣΑ φτάνει κατά μέσο όρο τις 8,9, γεγονός που δείχνει ότι τα μέτρα στήριξης δεν επαρκούν για να αντισταθμίσουν το αυξημένο κόστος ζωής.
Η υψηλή φορολογία αποτυπώνεται και στο καθαρό εισόδημα. Ένας άγαμος εργαζόμενος κρατά περίπου το 73,9% του μεικτού μισθού του, ενώ μια οικογένεια με δύο παιδιά φτάνει στο 76,2%, ποσοστά χαμηλότερα από τα διεθνή επίπεδα, όπου συχνά ξεπερνούν το 85%.
Παράλληλα, σε βάθος χρόνου, η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα εμφανίζει σταθερή τάση αύξησης, σε αντίθεση με άλλες χώρες όπου καταγράφεται αποκλιμάκωση ή σταθεροποίηση. Αυτό σημαίνει ότι, παρά τις εξαγγελίες για ελαφρύνσεις, η βασική δομή του συστήματος παραμένει ουσιαστικά ίδια.
Σε ένα περιβάλλον όπου το κόστος ζωής αυξάνεται και η αγοραστική δύναμη πιέζεται, η πραγματική επίπτωση γίνεται ακόμη πιο αισθητή. Για τα ελληνικά νοικοκυριά και ιδιαίτερα για τις οικογένειες, η καθημερινότητα γίνεται πιο δύσκολη, καθώς το διαθέσιμο εισόδημα παραμένει περιορισμένο.
Τα στοιχεία αναδεικνύουν μια διαχρονική πρόκληση για την ελληνική οικονομία: τη μείωση της επιβάρυνσης στην εργασία και την ενίσχυση του εισοδήματος των πολιτών. Μέχρι τότε, οι εργαζόμενοι θα συνεχίσουν να νιώθουν ότι ένα μεγάλο μέρος των κόπων τους καταλήγει… εκτός τσέπης.











