Στο 14,9% ανέρχεται το ποσοστό του πληθυσμού στην Ελλάδα που αντιμετωπίζει σοβαρές υλικές και κοινωνικές στερήσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025 (εισοδήματα 2024). Ο δείκτης αφορά όσους στερούνται τουλάχιστον 7 από 13 βασικά αγαθά και υπηρεσίες.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η αύξηση του ποσοστού στα παιδιά ηλικίας 0-17 ετών, το οποίο ανήλθε στο 15,9% το 2025 από 13,9% το 2024. Ανοδική είναι η τάση και για τους ηλικιωμένους άνω των 65 ετών (14,1% από 12,8%), καθώς και για τις ηλικίες 18-64 ετών (15% από 14,4%).

Παράλληλα, το 28,3% του συνολικού πληθυσμού ζει σε κατοικίες με στενότητα χώρου, ποσοστό που εκτοξεύεται στο 42,9% για τα παιδιά έως 17 ετών και φτάνει το 56,3% για τα φτωχά νοικοκυριά.

Τα στοιχεία αποτυπώνουν έντονες ανισότητες μεταξύ φτωχών και μη φτωχών. Ενδεικτικά, το 41,6% του φτωχού πληθυσμού δηλώνει ότι δεν μπορεί να εξασφαλίσει επαρκή διατροφή κάθε δεύτερη ημέρα, έναντι μόλις 5,7% του μη φτωχού πληθυσμού. Παράλληλα, σχεδόν το σύνολο των φτωχών (99,9%) αδυνατεί να καλύψει έκτακτες δαπάνες ύψους 500 ευρώ.

Σημαντικές δυσκολίες καταγράφονται και σε βασικές ανάγκες, όπως οι διακοπές, η θέρμανση και η πληρωμή λογαριασμών, με τα ποσοστά να είναι πολλαπλάσια για τα ευάλωτα νοικοκυριά. Το 82,5% των φτωχών δηλώνει αδυναμία για μία εβδομάδα διακοπών, ενώ το 66,6% δυσκολεύεται να πληρώσει έγκαιρα πάγιους λογαριασμούς.

Την ίδια ώρα, το 27,3% του πληθυσμού δεν μπορεί να συμμετέχει σε δραστηριότητες αναψυχής, ενώ το 34,3% δηλώνει ότι δεν έχει την οικονομική δυνατότητα να διαθέσει χρήματα για προσωπικές ανάγκες ή χόμπι.

Στον τομέα της υγείας, το 21,5% όσων χρειάστηκαν ιατρική φροντίδα δήλωσε ότι δεν κατάφερε να την λάβει, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για οδοντιατρική περίθαλψη ανέρχεται στο 30,5%. Οι βασικοί λόγοι είναι οικονομικοί, αλλά και η δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας.

Τα στοιχεία της έρευνας αναδεικνύουν τις αυξανόμενες πιέσεις στο βιοτικό επίπεδο των πολιτών, με τις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες να πλήττονται περισσότερο και τις ανισότητες να παραμένουν έντονες.