Η διαμάχη μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ευρωπαϊκής Ένωσης γύρω από τις ονομασίες τροφίμων και ιδιαίτερα των τυριών φαίνεται να οξύνεται, επηρεάζοντας τις εμπορικές σχέσεις των δύο πλευρών.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της Wall Street Journal, η πολιτική της αμερικανικής κυβέρνησης επιδιώκει να διευρύνει τη χρήση παραδοσιακών ευρωπαϊκών ονομασιών από παραγωγούς εκτός Ευρώπης.

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκονται προϊόντα όπως το Asiago, η παρμεζάνα, το Romano αλλά και η φέτα. Η Ουάσινγκτον πιέζει, μέσω εμπορικών συμφωνιών, τρίτες χώρες να επιτρέπουν στους Αμερικανούς παραγωγούς να χρησιμοποιούν αυτές τις ονομασίες, τις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση θεωρεί προστατευμένες και συνδεδεμένες με συγκεκριμένες γεωγραφικές περιοχές και παραδοσιακές μεθόδους παραγωγής.

Αμερικανοί παραγωγοί υποστηρίζουν ότι οι όροι αυτοί έχουν καταστεί γενικοί και πως η αγορά θα πρέπει να αποφασίζει για την αξία των προϊόντων. Από την άλλη πλευρά, ευρωπαϊκοί φορείς τονίζουν ότι η χρήση τέτοιων ονομασιών εκτός των καθορισμένων περιοχών παραπλανά τους καταναλωτές και υπονομεύει την αυθεντικότητα των προϊόντων.

Η διαφωνία είναι ιδιαίτερα έντονη στην περίπτωση της φέτας. Για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η φέτα αποτελεί προϊόν Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης (ΠΟΠ) και μπορεί να παράγεται μόνο σε συγκεκριμένες περιοχές της Ελλάδας με παραδοσιακές μεθόδους. Αντίθετα, στις ΗΠΑ ο όρος χρησιμοποιείται ευρύτερα για να περιγράψει ένα λευκό, θρυμματιζόμενο τυρί, ανεξαρτήτως προέλευσης.

Το ζήτημα επεκτείνεται και σε διεθνές επίπεδο, καθώς εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ με χώρες όπως η Ινδονησία και η Αυστραλία περιλαμβάνουν ρήτρες προστασίας ευρωπαϊκών προϊόντων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, νέοι παραγωγοί σε τρίτες χώρες δεν θα μπορούν να χρησιμοποιούν ονομασίες όπως «φέτα», ενώ υφιστάμενοι παραγωγοί ενδέχεται να διατηρήσουν προσωρινά το δικαίωμα.

Την ίδια στιγμή, οι ΗΠΑ ενισχύουν την παρουσία τους σε αγορές της Ασίας και της Λατινικής Αμερικής, όπου η ζήτηση για τυροκομικά προϊόντα αυξάνεται. Οι αμερικανικές εξαγωγές τυριών σημείωσαν σημαντική άνοδο το τελευταίο έτος, εντείνοντας τον ανταγωνισμό με τους Ευρωπαίους παραγωγούς.