Οι τελευταίες παρεμβάσεις του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στον Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών δεν είναι μια ακόμη διπλωματική κίνηση ρουτίνας. Είναι μια στοχευμένη προσπάθεια να μεταφερθεί η τουρκική αναθεωρητική ατζέντα στο κέντρο της διεθνούς σκηνής, ώστε οι παράνομες και αβάσιμες διεκδικήσεις να εμφανιστούν ως «θέση υπό συζήτηση».
Η Άγκυρα επαναφέρει το αφήγημα περί περιορισμένης επήρειας των ελληνικών νησιών, υπερασπίζεται το τουρκολιβυκό μνημόνιο και επιχειρεί να δημιουργήσει εντύπωση νομικής ισοτιμίας εκεί όπου το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας είναι ξεκάθαρο.
Δεν πρόκειται για νομική λεπτομέρεια. Πρόκειται για στρατηγική αμφισβήτησης.
Ο Ερντογάν γνωρίζει ότι ο ΟΗΕ λειτουργεί και ως θεσμικό αρχείο. Κάθε επιστολή, κάθε καταχώριση, κάθε διατύπωση αξιοποιείται επικοινωνιακά ώστε να καλλιεργηθεί η εικόνα «ανοικτής διαφοράς». Στόχος δεν είναι η επίλυση, αλλά η φθορά. Να μετατραπεί το αυτονόητο δικαίωμα της Ελλάδας σε αντικείμενο διαπραγμάτευσης.
Η Ελλάδα δεν έχει λόγο να υψώνει τόνους, αλλά έχει υποχρέωση να υψώνει ανάστημα. Με τεκμηρίωση, διεθνείς συμμαχίες και σταθερή εθνική γραμμή. Ο πατριωτισμός δεν είναι συνθηματολογία. Είναι στρατηγική συνέπεια.
Δεν πρέπει να επιτρέψουμε να παρουσιαστεί το διεθνές δίκαιο ως «διαφωνία απόψεων». Τα νησιά έχουν δικαιώματα. Η κυριαρχία δεν τελεί υπό αίρεση. Και ο διάλογος προϋποθέτει σεβασμό, όχι μονομερείς αμφισβητήσεις.
Αν η Τουρκία επιδιώκει να δοκιμάσει τα όρια του ΟΗΕ, η Ελλάδα οφείλει να δείξει ότι γνωρίζει τα δικά της όρια-και αυτά δεν μετακινούνται.










