Αντιμέτωπος με μια πρωτοφανή κρίση επιβίωσης βρίσκεται ο κλάδος της αρτοποιίας και της ζαχαροπλαστικής στην Ελλάδα, καθώς περισσότερες από 3.000 επιχειρήσεις με αρτοποιεία, ζαχαροπλαστεία και πρατήρια να έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους μέσα στους τελευταίους 30 μήνες. Το φαινόμενο λαμβάνει ανησυχητικές διαστάσεις και στον νομό Χαλκιδικής, όπου παραδοσιακοί φούρνοι και οικογενειακά ζαχαροπλαστεία αδυνατούν να αντεπεξέλθουν στις διαρκώς αυξανόμενες υποχρεώσεις και το διογκωμένο λειτουργικό κόστος.

Η Ένωση Επιχειρήσεων Αρτοποιίας Ζαχαροπλαστικής (ΕΕΠΑΖ), από την ίδρυσή της το 2023, προειδοποιεί για την ασφυκτική πραγματικότητα που βιώνουν οι επαγγελματίες του κλάδου, κάνοντας λόγο για σταδιακό αφανισμό μιας δραστηριότητας που αποτελεί διαχρονικά βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας και κομμάτι της καθημερινότητας των πολιτών.

Εκρηκτικό κόστος και περιορισμένα περιθώρια

Από την περίοδο της πανδημίας και έπειτα, οι επιχειρήσεις έχουν βρεθεί αντιμέτωπες με πρωτόγνωρες αυξήσεις στις τιμές βασικών πρώτων υλών, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις κυμαίνονται από 100% έως και 400%. Όπως επισημαίνουν εκπρόσωποι του κλάδου στο Xalkidiki Politiki, το μεγαλύτερο μέρος αυτών των επιβαρύνσεων έχει απορροφηθεί από τις ίδιες τις επιχειρήσεις, προκειμένου να μην μετακυλιστεί εξ ολοκλήρου το κόστος στους καταναλωτές, που ήδη δοκιμάζονται οικονομικά.

Την ίδια στιγμή, το ενεργειακό κόστος εκτινάχθηκε το 2022 έως και τέσσερις φορές πάνω σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα, ενώ σήμερα παραμένει περίπου διπλάσιο συγκριτικά με το 2020. Για τα αρτοποιεία της Χαλκιδικής, όπου η τουριστική περίοδος αποτελεί βασική “ανάσα” εσόδων, η ενεργειακή επιβάρυνση λειτουργεί ανασταλτικά τόσο για τη διατήρηση των θέσεων εργασίας όσο και για τη συγκράτηση των τιμών.

Καταιγισμός νέων υποχρεώσεων

Παράλληλα με την ακρίβεια, οι επαγγελματίες καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο και ιδιαίτερα σύνθετο κανονιστικό περιβάλλον. Η ψηφιοποίηση των φορολογικών και διοικητικών διαδικασιών, οι νέες πλατφόρμες αδειοδότησης, η υποχρεωτική διασύνδεση ταμειακών συστημάτων με POS, η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας, τα ψηφιακά δελτία αποστολής, η δημιουργία λογαριασμών IRIS και η υποχρεωτική ασφάλιση εγκαταστάσεων και εξοπλισμού, συνθέτουν ένα πλέγμα απαιτήσεων με σημαντικό οικονομικό και διαχειριστικό βάρος.

Επιπλέον, η προμήθεια και συντήρηση λογισμικών, τα τεχνικά προβλήματα και τα υψηλά πρόστιμα -που φτάνουν έως και τις 20.000 ευρώ- εντείνουν την ανασφάλεια των επαγγελματιών. Ενδεικτικό της πολυνομίας είναι το γεγονός ότι μόνο για τη διασύνδεση των POS με τις ταμειακές μηχανές εκδόθηκαν 17 διαφορετικές αποφάσεις και εγκύκλιοι, ενώ συνολικά μέσα στο 2024 δημοσιεύθηκαν 1.476 αποφάσεις και 50 νόμοι.

Έκκληση για άμεση στήριξη

Οι επιχειρηματίες του κλάδου, τόσο σε πανελλαδικό επίπεδο όσο και στη Χαλκιδική, κάνουν λόγο για εξάντληση των αντοχών τους. Ζητούν την αναγνώριση της αρτοποιίας και της ζαχαροπλαστικής ως προστατευόμενου κλάδου, με έμφαση στην πολιτισμική και κοινωνική της σημασία για τη χώρα.

Μάλιστα προτείνουν τη διαμόρφωση ενός απλού και λειτουργικού νομοθετικού πλαισίου που θα λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, την ουσιαστική στήριξη απέναντι στο υψηλό ενεργειακό κόστος και την επανεξέταση μέτρων που θεωρούνται δυσανάλογα ή αναποτελεσματικά, όπως το ειδικό τέλος για τα πλαστικά μιας χρήσης.

Στον νομό Χαλκιδικής, όπου ο φούρνος της γειτονιάς και το τοπικό ζαχαροπλαστείο αποτελούν σημείο αναφοράς για κατοίκους και επισκέπτες η αγωνία είναι έντονη. Οι επαγγελματίες προειδοποιούν ότι χωρίς άμεσες παρεμβάσεις, ο κίνδυνος να χαθούν ακόμη περισσότερες επιχειρήσεις είναι πλέον ορατός, με σοβαρές επιπτώσεις στην τοπική οικονομία και την κοινωνική συνοχή.

Μιλώντας στο Xalkidiki Politiki ο πρόεδρος της Ένωσης Αρτοποιών Χαλκιδικής, Θάνος Δημητρίου, αναφέρθηκε στα βασικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κλάδος, δίνοντας ιδιαίτερη έμφαση στο αυξημένο κόστος ενέργειας και στη φορολογία: «Το πρώτο και μεγαλύτερο ζήτημα είναι η ενέργεια και η τιμή της, η οποία διαμορφώνεται μέσα από ένα χρηματιστήριο που επιβαρύνει τόσο τον επαγγελματία όσο και τον καταναλωτή» είπε και υπογράμμισε ότι «η υψηλή φορολόγηση των ατομικών επιχειρήσεων δυσκολεύει σημαντικά τη βιωσιμότητα των αρτοποιείων».

Ο ίδιος στάθηκε επίσης στον ανταγωνισμό από μεγάλα καταστήματα λιανικής (σούπερ μάρκετ) που διαθέτουν ψωμί και αρτοσκευάσματα κατεψυγμένα, επισημαίνοντας: «Φούρνος είναι αυτός που παράγει και ψήνει καθημερινά τα προϊόντα του, όχι αυτός που πουλάει κατεψυγμένο ψωμί αμφιβόλου ποιότητας και προέλευσης», ενώ ανέδειξε ως ιδιαίτερα κρίσιμο και το πρόβλημα έλλειψης προσωπικού: «Δεν βρίσκουμε εύκολα καταρτισμένους εργαζόμενους, ειδικά κατά τη θερινή περίοδο, όταν στη Χαλκιδική αυξάνεται η παραγωγή λόγω τουρισμού και οι ανάγκες γίνονται ακόμη μεγαλύτερες», τόνισε.

Από τη μεριά του ο επιχειρηματίας αρτοζαχαροπλαστικής Φίλιππος Γαβανάς στάθηκε στις πολλαπλές πιέσεις που αντιμετωπίζουν σήμερα οι μικρές επιχειρήσεις του κλάδου, επισημαίνοντας ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα παραμένει το ενεργειακό κόστος, ενώ ιδιαίτερα έντονη είναι και η έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού: «Η ενέργεια είναι το βασικότερο ζήτημα, ενώ εξίσου σοβαρό είναι και το θέμα της εργασίας, καθώς δεν υπάρχει εύκολα προσωπικό, είναι δυστυχώς δυσεύρετο», ανέφερε χαρακτηριστικά στο Xalkidiki Politiki.

Ο ίδιος υπογράμμισε ότι οι επιχειρήσεις επιβαρύνονται συνεχώς με νέες υποχρεώσεις και κόστη προσαρμογής σε κανονισμούς και ψηφιακά συστήματα, γεγονός που δυσκολεύει σημαντικά τη λειτουργία τους: «Μπαίνουν διαρκώς νέα μέτρα και εξοπλισμοί που απαιτούν έξοδα από την τσέπη των επαγγελματιών, σε μια περίοδο που η ακρίβεια επηρεάζει τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τους καταναλωτές».

Ο ίδιος τόνισε επίσης ότι οι αυξήσεις στις τιμές των προϊόντων παραμένουν περιορισμένες σε σχέση με την άνοδο των λειτουργικών εξόδων, καθώς η μειωμένη αγοραστική δύναμη των καταναλωτών δεν επιτρέπει μεγάλες ανατιμήσεις.

Καταλήγοντας ο κ. Γαβανάς εξέφρασε πάντως  έντονο προβληματισμό για το μέλλον των επιχειρήσεων του κλάδου, επισημαίνοντας ότι χωρίς ουσιαστικά μέτρα στήριξης η επιβίωσή τους γίνεται ολοένα και πιο δύσκολη.