Η ελιά είναι άρρηκτα δεμένη με το ελληνικό τοπίο, την ιστορία και την οικονομία της υπαίθρου. Δεν αποτελεί μόνο βασικό στοιχείο της διατροφής και της παράδοσης, αλλά και μια καλλιέργεια ζωτικής σημασίας για χιλιάδες οικογένειες, ιδιαίτερα σε περιοχές με φτωχά εδάφη και έντονο ανάγλυφο, όπου λίγες άλλες καλλιέργειες μπορούν να ευδοκιμήσουν.

Πρόσφατη επιστημονική μελέτη Ελλήνων ερευνητών του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, που δημοσιεύτηκε στο διεθνές επιστημονικό περιοδικό Agronomy, χαρτογράφησε για πρώτη φορά με συστηματικό τρόπο την κλιματική καταλληλότητα για την ελαιοκαλλιέργεια σε ολόκληρη την Ελλάδα. Η έρευνα βασίστηκε στην ανάλυση περισσότερων από δέκα κρίσιμων παραμέτρων, όπως οι μέσες και ακραίες θερμοκρασίες, οι βροχοπτώσεις, οι παγετοί και η μορφολογία του εδάφους, δημιουργώντας έναν ολοκληρωμένο «χάρτη δυνατοτήτων» για την ελιά.

Τα αποτελέσματα είναι αποκαλυπτικά. Πάνω από το μισό της ελληνικής επικράτειας διαθέτει κλίμα ιδιαίτερα ευνοϊκό για την καλλιέργεια της ελιάς. Το εύρημα αυτό εξηγεί γιατί το ελαιόδεντρο έχει εξαπλωθεί τόσο ευρέως στον ελλαδικό χώρο και γιατί καλλιεργείται ακόμη και σε περιοχές που θεωρούνται οριακές ή ακατάλληλες για άλλες γεωργικές δραστηριότητες.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η επισήμανση του επικεφαλής της έρευνας, Δρ. Ιωάννη Χαραλαμπόπουλου, ότι η ελιά δεν χρειάζεται μόνο ζεστά καλοκαίρια για να αποδώσει. Απαραίτητος είναι και ένας επαρκώς «κρύος» χειμώνας, ώστε να ολοκληρωθούν σωστά τα βιολογικά της στάδια. Η μείωση ή η χρονική μετατόπιση των χαμηλών θερμοκρασιών δεν γίνεται πάντα άμεσα αντιληπτή στο δέντρο, όμως επηρεάζει την ανθοφορία και, τελικά, την παραγωγή.

Ο χάρτης καταλληλότητας δείχνει επίσης ότι σημαντικές εκτάσεις της χώρας βαθμολογούνται με μηδενικό δείκτη, γεγονός που υποδηλώνει κλιματική ακαταλληλότητα για την ελαιοκαλλιέργεια. Οι περιοχές αυτές εντοπίζονται κυρίως στη βορειοδυτική Ελλάδα, σε τμήματα της κεντρικής Πελοποννήσου και σε ορεινές ηπειρωτικές ζώνες, όπου οι χαμηλές θερμοκρασίες αποτελούν καθοριστικό περιοριστικό παράγοντα. Αντίθετα, πολλές περιοχές της κεντρικής και νότιας Ελλάδας εμφανίζουν υψηλή καταλληλότητα, ενώ σε άλλες η καλλιέργεια μπορεί να αναπτυχθεί με αυξημένες απαιτήσεις και προσοχή.

Τα δεδομένα της μελέτης δεν έχουν μόνο ακαδημαϊκή αξία. Μπορούν να αποτελέσουν πρακτικό εργαλείο για τους παραγωγούς, βοηθώντας τους να αποφασίσουν πού αξίζει να επενδύσουν, ποιες περιοχές κρύβουν αυξημένο ρίσκο αποτυχίας και πού υπάρχουν καλύτερες προοπτικές βιώσιμης παραγωγής. Παράλληλα, προσφέρουν πολύτιμη βάση για τον σχεδιασμό αγροτικής πολιτικής, τη στοχευμένη στήριξη της ελαιοκαλλιέργειας και ακόμη και για τη δικαιότερη τιμολόγηση γεωργικών ασφαλίσεων.

Ωστόσο, η έρευνα συνοδεύεται και από μια σαφή προειδοποίηση. Η ελιά είναι ανθεκτικό δέντρο, αλλά δεν είναι άτρωτο. Η άνοδος της θερμοκρασίας, οι μεγαλύτερες περίοδοι ξηρασίας και η αύξηση των ακραίων καιρικών φαινομένων αποτελούν σοβαρές προκλήσεις για την παραγωγή και την ποιότητα του ελαιόλαδου. Το μεγάλο στοίχημα των επόμενων δεκαετιών δεν είναι απλώς πού φυτεύουμε ελιές, αλλά πώς προσαρμόζουμε την καλλιέργεια σε ένα κλίμα που αλλάζει.

Πηγή: επιστημονικό άρθρο στο περιοδικό Agronomy
Πίστωση: Climatebook

Κάνε κλικ εδώ και ενημερώσου άμεσα στο Google News με όλα τα νέα του xalkidikipolitiki.com

Πρόσθεσέ μας στο Feed της Google