Ήταν Χριστούγεννα στη Χαλκιδική. Όχι τα Χριστούγεννα με τα λαμπάκια και τις βιτρίνες· εκείνα τα άλλα, τα σιωπηλά, που μύριζαν καπνό από τζάκι, ζυμωτό ψωμί και προσμονή.
Θυμάμαι τη μάνα μου να σφίγγει την ποδιά της και τον πατέρα να λέει λίγα λόγια, βαριά σαν το κρύο. Εκείνες τις μέρες έσφαζαν τα γουρούνια σχεδόν σε κάθε σπίτι. Ήταν ανάγκη, ήταν τελετουργία, ήταν ζωή που συνεχιζόταν.

Και κάπου εκεί, μέσα στη φτώχεια που δεν την λέγαμε έτσι γιατί δεν ξέραμε άλλη, γεννιόταν το θαύμα μας.
Από την ουροδόχο κύστη του γουρουνιού.
Την καθάριζαν προσεκτικά, τη φύσαγαν με το στόμα ώσπου να φουσκώσει κι έμοιαζε μ’ ένα παράξενο μπαλόνι, διάφανο, ζωντανό. Την τύλιγαν με πανιά, κουρέλια, σπάγκους ό,τι έβρισκαν. Και τότε… η μπάλα ήταν έτοιμη.

Δεν ήταν μπάλα.
Ήταν υπόσχεση.

Φανταστείτε τη σκηνή: ένα τσούρμο παιδιά, κυρίως αγόρια, να τρέχουν στα σοκάκια πίσω από εκείνη την τρελόμπαλα. Άλλοτε κλωτσούσε στραβά, άλλοτε έπαιρνε δρόμο μόνη της, σαν να είχε δική της ψυχή. Έπεφτε, σηκωνόταν, ξέφευγε. Κανείς δεν νοιαζόταν αν δεν ήταν στρογγυλή, αν δεν πήγαινε ίσια. Η χαρά ήταν τόσο μεγάλη όσο κρατούσε.

Αλίμονο μόνο σε όποιον του έσκαγε στα πόδια ή στα χέρια.
Ένα παφ και το όνειρο χανόταν στον αέρα.
Σιωπή. Μάτια χαμηλωμένα. Ένα δάγκωμα στα χείλη για να μη φανεί το κλάμα.

Μα δεν τέλειωνε εκεί.
Πήγαιναν σε άλλο σπίτι. Σχεδόν παντού είχαν σφάξει. Κι έτσι το όνειρο ξανάρχιζε. Από την αρχή. Με την ίδια λαχτάρα, την ίδια αγνότητα.

Ανάμεσα στα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά, οι γειτονιές μα πιο πολύ οι κουζίνες ζούσαν μεγάλες στιγμές. Κάλαντα που έβγαιναν απ’ το στήθος. Αγώνες ποδοσφαίρου στα χωμάτινα. Μυρωδιές από λουκάνικα που κρέμονταν, από παστά που ετοιμάζονταν με υπομονή. Γέλια, φωνές, ζωή.

Όλα τόσο απλά.
Κι όμως τόσο σεμνά.
Και τόσο γεμάτα αγάπη.

Σήμερα, όταν σκέφτομαι εκείνη τη μπάλα που έμοιαζε με μπαλόνι, καταλαβαίνω πως δεν κυνηγούσαμε ένα παιχνίδι. Κυνηγούσαμε τη χαρά.
Και τότε χωρίς να το ξέρουμε την προλαβαίναμε.

Σ.Γ. Καλά Χριστούγεννα 
με υγεία, φως και αγάπη σε κάθε σπίτι.