του Νίκου Τσερκεζίδη Επιχειρηματία
Η δημόσια τοποθέτηση της Μαρίας Καρυστιανού για το ζήτημα των αμβλώσεων δεν μπορεί και δεν πρέπει να διαβαστεί αποκομμένα από το ευρύτερο πολιτικό και κοινωνικό της πλαίσιο. Δεν πρόκειται απλώς για μια άποψη πάνω σε ένα βαθιά προσωπικό και θεσμικά κατοχυρωμένο δικαίωμα. Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή θεματολογίας, σε μια συγκεκριμένη χρονική στιγμή, με σαφή αποδέκτη.
Το ζήτημα των αμβλώσεων στην Ελλάδα έχει κλείσει θεσμικά εδώ και δεκαετίες. Είναι κατοχυρωμένο νομικά, κοινωνικά και πολιτικά, με ευρεία αποδοχή, πέρα από ιδεολογικές αποχρώσεις. Όταν λοιπόν επανέρχεται στον δημόσιο λόγο όχι ως θεσμικό αίτημα, αλλά ως αξιακό δίλημμα, το ερώτημα δεν είναι αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς.
Το ερώτημα είναι σε ποιον απευθύνεται αυτή η συζήτηση και γιατί τώρα. Η επιλογή ενός τόσο φορτισμένου κοινωνικού θέματος δεν γίνεται ποτέ τυχαία. Απευθύνεται σε ένα ακροατήριο που αναζητά βεβαιότητες, ταυτότητα και ηθικά όρια σε μια εποχή γενικευμένης αμφισβήτησης θεσμών. Ένα ακροατήριο που δεν κινητοποιείται πρωτίστως από προγραμματικό λόγο, αλλά από συναισθηματική ταύτιση και αξιακά σύμβολα.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το κρίσιμο σημείο. Όταν μια δημόσια προσωπικότητα, με ισχυρό συναισθηματικό φορτίο και κοινωνική απήχηση, επιλέγει να ανοίξει τέτοιου είδους θεματικές, δεν το κάνει μόνο ως πολίτης. Το κάνει συνειδητά ή ασυνείδητα ως πολιτικός πομπός. Και κάθε πομπός επιλέγει το μήνυμα με βάση το ακροατήριο που θέλει να συγκροτήσει. Δεν είναι τυχαίο ότι η συζήτηση μετατοπίζεται από τη δικαιοσύνη, τη διαφάνεια και τη θεσμική λογοδοσία, πεδία στα οποία η κοινωνία εμφανίζεται ευρύτατα ενωμένη, σε ζητήματα που διχάζουν, πολώνουν και διαχωρίζουν. Εκεί όπου η κοινωνία παύει να λειτουργεί ως σύνολο και αρχίζει να τεμαχίζεται σε στρατόπεδα.
Ως επιχειρηματίας και ενεργός πολίτης, θεωρώ ότι η χώρα αυτή δεν έχει ανάγκη από νέους πολιτισμικούς πολέμους. Έχει ανάγκη από σοβαρό λόγο, θεσμική αυτοσυγκράτηση και καθαρές προτεραιότητες. Η εργαλειοποίηση θεμάτων που αγγίζουν τον πυρήνα των ατομικών δικαιωμάτων, όχι για να αλλάξει κάτι ουσιαστικά, αλλά για να διαμορφωθούν ακροατήρια, εγκυμονεί κινδύνους.
Η κοινωνία μας έχει πληρώσει ακριβά τον διχασμό. Και κάθε δημόσια παρέμβαση, ιδιαίτερα από πρόσωπα με επιρροή, οφείλει να ζυγίζεται όχι μόνο με βάση το τι λέγεται, αλλά και τι προκαλεί.
Το πραγματικό ερώτημα δεν είναι αν συμφωνούμε ή διαφωνούμε με μια άποψη. Είναι αν αυτή η άποψη συμβάλλει στη σύνθεση ή επενδύει στη διάσπαση. Και αυτό, τελικά, είναι πολιτική πράξη.










