Γράφει η Ζωή Γανίτη
Για τα καλά στο πολιτικό παιχνίδι η Μαρία Καρυστιανού
Η πολιτική είσοδος της Μαρίας Καρυστιανού δεν είναι προϊόν στρατηγικής. Είναι αποτέλεσμα αδιεξόδου. Η μετάβαση από τον δημόσιο λόγο στην πολιτική δράση προκύπτει από μια βαθιά αίσθηση ότι η δικαίωση δεν έρχεται ούτε από τη δικαιοσύνη ούτε από τους θεσμούς.
Η κίνησή της αιφνιδίασε το πολιτικό σύστημα. Πολλοί περίμεναν καθυστέρηση. Αντίθετα, επέλεξε να εκτεθεί νωρίς. Αποδέχθηκε το πολιτικό κόστος και πέρασε από τον συμβολισμό στη σύγκρουση.
Το δυσκολότερο δεν είναι η αντιπαράθεση με τα κόμματα. Είναι η ρήξη στο εσωτερικό του κινήματος των Τεμπών. Εκεί όπου μέχρι τώρα κυριαρχούσε η ενότητα της απώλειας, μπαίνει το ζήτημα της εκπροσώπησης. Ποιος μιλά, για ποιον και με ποια νομιμοποίηση. Το τραύμα μετατρέπεται σε πολιτικό διακύβευμα και αυτό γεννά εντάσεις.
Για πολλούς συγγενείς, όμως, η πολιτική δεν είναι επιλογή αλλά μονόδρομος. Όπως λέει ο Ηλίας Παπαγγελής, πατέρας της 18χρονης Αναστασίας που δολοφονήθηκε στα Τέμπη:
«Η κ. Καρυστιανού έφτασε σε αυτό το σημείο γιατί βρίσκουμε παντού τοίχο. Και στην ελληνική δικαιοσύνη και στην ευρωπαϊκή δικαιοσύνη και στον ΟΗΕ που προσφύγαμε. Δεν υπάρχουν άλλα όπλα. Κάναμε ό,τι νόμιμο υπήρχε. Κινήσαμε γη και ουρανό στο μέτρο που μπορούσαμε. Δεν μας ακούει κανένας. Η κυβέρνηση και η εξουσία επιμένουν στο αρχικό αφήγημα ότι φταίει μόνο ο Σταθμάρχης και κανένας άλλος…»
Αυτή δεν είναι απλώς μια μαρτυρία πόνου. Είναι πολιτική κατηγορία. Περιγράφει ένα καθεστώς θεσμικού αποκλεισμού. Όταν η δικαιοσύνη δεν απαντά και οι διεθνείς προσφυγές δεν αποδίδουν, η πολιτική γίνεται το τελευταίο πεδίο διεκδίκησης.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Παύλος Ασλανίδης, εκ μέρους του Συλλόγου Θυμάτων των Τεμπών. Τονίζει ότι η επιλογή της πολιτικής διαδρομής δεν είναι φιλοδοξία αλλά ανάγκη, υπογραμμίζοντας πως οι συγγενείς εξάντλησαν κάθε νόμιμο μέσο και βρέθηκαν μπροστά σε έναν τοίχο σιωπής και άρνησης.
Για τον Σύλλογο, η κίνηση της Μαρίας Καρυστιανού δεν εκφράζει προσωπική στρατηγική, αλλά την απόγνωση μιας κοινωνικής ομάδας που δεν βρίσκει θεσμική δικαίωση.
Το κομματικό σύστημα αντιδρά προβλέψιμα. Προσπαθεί να την εντάξει σε γνωστά ιδεολογικά σχήματα. Άλλοι επιχειρούν να τη μετακινήσουν δεξιότερα, άλλοι να την παρουσιάσουν ως συγκυριακό φαινόμενο. Κοινός παρονομαστής είναι ο φόβος. Εμφανίζεται ένα πρόσωπο εκτός κομματικών μηχανισμών, με ισχυρό ηθικό φορτίο, δύσκολο να αντιμετωπιστεί με συμβατικούς πολιτικούς όρους.
Οι ισορροπίες είναι ήδη ρευστές. Η κυβέρνηση γνωρίζει ότι η κοινωνική κόπωση δεν συγχωρεί, ιδιαίτερα όταν η αίσθηση συγκάλυψης παραμένει ζωντανή. Η αντιπολίτευση φοβάται ότι ένα νέο εγχείρημα μπορεί να απορροφήσει κοινωνική δυσαρέσκεια και να αναδιατάξει συσχετισμούς. Κάθε νέο πολιτικό υποκείμενο αλλάζει το παιχνίδι πριν ακόμη αποκτήσει δομή.
Και εδώ καταγράφεται μια κρίσιμη πολιτική ένδειξη. Με βάση τα έως τώρα δεδομένα, το «Οξυγόνο» φαίνεται να προηγείται της «Ιθάκης». Το νέο εγχείρημα της Μαρίας Καρυστιανού κερδίζει χώρο νωρίτερα από άλλες υπό διαμόρφωση πρωτοβουλίες, αποτυπώνοντας ότι η κοινωνική δυσαρέσκεια αναζητά άμεση πολιτική έκφραση.
Στην κεντροαριστερά η ανησυχία είναι εμφανής. Οι αναφορές στην «αντιπολιτική» δεν είναι μόνο ιδεολογικές. Είναι σήματα άμυνας. Όταν ένας νέος φορέας διεκδικεί χώρο σε ένα ήδη κατακερματισμένο τοπίο, προκαλεί αβεβαιότητα.
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για το ποιο εγχείρημα θα αποκτήσει πρώτο δυναμική αποκαλύπτει το βασικό πρόβλημα. Υπάρχει πολιτικό κενό. Και όπου υπάρχει κενό, η κοινωνία αναζητά νέους φορείς έκφρασης.
Το κεντρικό ερώτημα παραμένει ανοιχτό. Μπορεί ένα προσωπικό βίωμα, όσο τραγικό κι αν είναι, να μετατραπεί σε συλλογικό πολιτικό λόγο χωρίς να χαθεί η ηθική του δύναμη; Οι παρεμβάσεις συγγενών με επιφυλάξεις, όπως εκείνες του Παύλου Ασλανίδη, δείχνουν ότι το όριο αυτό δεν έχει ακόμη ξεκαθαριστεί.
Η Μαρία Καρυστιανού έχει πλέον περάσει σε άλλο πεδίο. Εκεί όπου δεν αρκεί το δίκιο του πόνου, αλλά απαιτείται αντοχή, θέσεις και σύγκρουση.
Ένα είναι βέβαιο. Η είσοδός της δεν είναι ένα ακόμη επεισόδιο. Είναι πρόκληση για το πολιτικό σύστημα και για τα όριά του.










