Σε δημόσια τοποθέτηση προχώρησε η Μαρία Καρυστιανού μετά τον έντονο προβληματισμό που προκάλεσαν δηλώσεις της, καταγγέλλοντας ευθέως τη στάση της πλειοψηφίας των Μέσων Ενημέρωσης και τη μονοθεματική εστίαση σε ένα ζήτημα, την ώρα που όπως επισημαίνει παραμερίστηκαν τα ουσιαστικά θεσμικά και κοινωνικά προβλήματα της χώρας.
Όπως αναφέρει, παρακολούθησε μέχρι αργά το βράδυ την πλήρη απογύμνωση της ενημέρωσης, με τα περισσότερα ΜΜΕ να αποσιωπούν τα θεσμικά ζητήματα που ανέδειξε στη συνέντευξή της και να εστιάζουν αποκλειστικά στην άκαιρη ερώτηση περί αμβλώσεων, αφήνοντας στο περιθώριο ζητήματα όπως τα σκάνδαλα της κυβέρνησης, η θεσμική εκτροπή, η πίεση που υφίσταται ο αγροτικός κόσμος, η ακρίβεια, η φτωχοποίηση των πολιτών και η κατάρρευση της υγείας και της παιδείας.
Η ίδια κάνει λόγο για σκόπιμη διαστρέβλωση των δηλώσεών της, καταγγέλλοντας ότι βρίσκεται σε εξέλιξη οργανωμένη προσπάθεια πολιτικής και προσωπικής αποδόμησης. Ξεκαθαρίζει ότι κανένα ανθρώπινο δικαίωμα δεν τίθεται σε διαβούλευση ή διαπραγμάτευση και ότι δεν μπορεί να αποτελεί αντικείμενο πολιτικών παιχνιδιών.
Παράλληλα τονίζει ότι όσοι την στοχοποιούν δεν ενδιαφέρονται ουσιαστικά ούτε για τη θέση της γυναίκας σήμερα, ούτε για τη μητρότητα, ούτε για το δημογραφικό πρόβλημα, ούτε για τα δικαιώματα των παιδιών και τη στήριξη της οικογένειας. Όπως σημειώνει, απουσιάζει πλήρως η συζήτηση για τα αίτια που οδηγούν μια γυναίκα ή ένα ζευγάρι σε μια τόσο δύσκολη απόφαση, καθώς και κάθε σοβαρός προβληματισμός γύρω από τη βιοηθική.
Κατά την εκτίμησή της, ο πραγματικός στόχος ήταν να ανακοπεί η δυναμική ενός ευρύτερου κοινωνικού κινήματος που επιχειρεί να επαναφέρει την κοινωνία στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου και της λήψης αποφάσεων.
Η Μαρία Καρυστιανού υπογραμμίζει ότι ο ουσιαστικός δημόσιος διάλογος πρέπει να αφορά τα πραγματικά κοινωνικά αίτια που οδηγούν χιλιάδες γυναίκες σε αδιέξοδο, όπως η ελλιπής ενημέρωση, η απουσία συστηματικής σεξουαλικής αγωγής, η περιορισμένη πρόσβαση σε σύγχρονες μεθόδους αντισύλληψης και κυρίως τα σοβαρά κενά της κοινωνικής πρόνοιας.
Στο πλαίσιο αυτό, θέτει ως προτεραιότητα τη δημιουργία ολοκληρωμένων δομών στήριξης για εγκύους και νέες μητέρες, τη δωρεάν πρόσβαση σε υπηρεσίες οικογενειακού προγραμματισμού, τη στήριξη της μονογονεϊκής οικογένειας και πολιτικές που επιτρέπουν στις γυναίκες να μην αναγκάζονται να επιλέγουν ανάμεσα στη μητρότητα, την εργασία και τις σπουδές.
Όπως επισημαίνει, η δημογραφική και υπαρξιακή κρίση που αντιμετωπίζει η χώρα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με περιορισμούς δικαιωμάτων αλλά με ένα ισχυρό κοινωνικό κράτος που προσφέρει πραγματικές επιλογές και ουσιαστική στήριξη. Η ελευθερία της γυναίκας, τονίζει, είναι ουσιαστική μόνο όταν συνοδεύεται από οικονομική ασφάλεια, πρόσβαση στην υγεία, αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας και πραγματική προστασία της μητρότητας.
Κλείνοντας, δηλώνει ότι η συζήτηση που πρέπει να ανοίξει αφορά τη δημόσια υγεία, την κοινωνική πρόνοια και τον σεβασμό των θεσμών, ώστε καμία γυναίκα να μη φτάνει σε αδιέξοδο από φόβο, άγνοια ή εγκατάλειψη, επιλέγοντας μια κοινωνία πρόληψης, ενημέρωσης και αλληλεγγύης και όχι διχασμού.










