Στον πάγο έθεσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο τη συμφωνία ΕΕ-Mercosur, παραπέμποντάς την στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για έλεγχο της νομικής της βάσης, με απόφαση που ελήφθη με 334 ψήφους υπέρ, 324 κατά και 10 αποχές.

Στο πλαίσιο αυτό, ο βουλευτής Χαλκιδικής Γιάννης Γιώργος τοποθετείται δημόσια για το ζήτημα της Πράσινης Ελιάς Χαλκιδικής ΠΟΠ, ανεξάρτητα από το προσωρινό «πάγωμα» της συμφωνίας.

Η Πράσινη Ελιά Χαλκιδικής είναι ελιά ιδιαίτερη, μοναδική και απολύτως συνδεδεμένη με τον τόπο της. Παράγεται και ευδοκιμεί ουσιαστικά μόνο στη Χαλκιδική, λόγω του ιδιαίτερου μικροκλίματος που της προσδίδει τα ξεχωριστά ποιοτικά της χαρακτηριστικά. Μικρές καλλιέργειες σε περιοχές όπως τμήματα της Καβάλας ή προς την Πιερία δεν παρουσιάζουν τα ίδια ποιοτικά δεδομένα.

Όπως επισημαίνει, οι χώρες της Mercosur δεν αποτελούν πραγματικούς ανταγωνιστές για την Πράσινη Ελιά Χαλκιδικής. Με εξαίρεση την Αργεντινή, η οποία παράγει περιορισμένες ποσότητες κυρίως για εσωτερική κατανάλωση, οι υπόλοιπες χώρες εμφανίζουν σχεδόν μηδενική παραγωγή πράσινης ελιάς. Η Παραγουάη παρήγαγε μόλις 13 τόνους πράσινης ελιάς, ενώ η Ουρουγουάη δεν παράγει καθόλου, την ώρα που η Βραζιλία διαθέτει ελάχιστη έως ανύπαρκτη σχετική παραγωγή.

Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στις εμπορικές ροές. Η Πράσινη Ελιά Χαλκιδικής δεν εξάγεται σε σημαντικές ποσότητες προς τη Λατινική Αμερική, ενώ ακόμη και η Βραζιλία, η μεγαλύτερη χώρα της περιοχής, δεν αποτελεί αγορά για το προϊόν, κυρίως λόγω του υψηλού κόστους, που το καθιστά μη ανταγωνιστικό. Σύμφωνα με την ίδια τοποθέτηση, η μη ένταξη της Πράσινης Ελιάς Χαλκιδικής στη συμφωνία Mercosur δεν δημιουργεί προστασία, αλλά οδηγεί απλώς στη διατήρηση ή και αύξηση της φορολογικής επιβάρυνσης, καθιστώντας βέβαιη τη μη ανταγωνιστικότητά της σε αυτές τις αγορές.

Χαρακτηριστική είναι η σύγκριση με την Ιταλία. Η Ιταλία διαθέτει πάνω από 1.000 προϊόντα ΠΟΠ, ωστόσο στη συμφωνία ΕΕ -Mercosur εντάχθηκαν μόλις 131. Το γεγονός αυτό, όπως τονίζει, δεν συνιστά ήττα ή υποβάθμιση των ιταλικών προϊόντων, αλλά αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η Ευρωπαϊκή Ένωση επιλέγει να προστατεύει προϊόντα μόνο όταν υπάρχει πραγματικός ή δυνητικός ανταγωνισμός στις αγορές της Λατινικής Αμερικής.

Στο ίδιο πλαίσιο, φέρνει ως παράδειγμα τη Γραβιέρα Νάξου, επισημαίνοντας ότι κανείς δεν μπορεί να την παράξει στην Παραγουάη, την Ουρουγουάη ή τη Βραζιλία, όπως ακριβώς κανείς δεν μπορεί να παραγάγει Πράσινη Ελιά Χαλκιδικής εκτός του φυσικού της τόπου. Πρόκειται για προϊόντα με ισχυρή ταυτότητα και συγκεκριμένο γεωγραφικό αποτύπωμα, που δεν απειλούνται από απομιμήσεις.

Σε πολιτικό επίπεδο, ο βουλευτής Χαλκιδικής προειδοποιεί για την εργαλειοποίηση του ζητήματος, επισημαίνοντας ότι η Πράσινη Ελιά Χαλκιδικής δεν μπορεί να χρησιμοποιείται αποσπασματικά ή επικοινωνιακά για την εξυπηρέτηση πρόσκαιρων πολιτικών σκοπιμοτήτων. Τονίζει ότι η παραπληροφόρηση και η δημιουργία τεχνητής ανασφάλειας στους παραγωγούς δεν βοηθούν τον κλάδο, αλλά αντίθετα τον αποδυναμώνουν. Όπως αναφέρει, η συζήτηση οφείλει να γίνεται με πραγματικά στοιχεία, γνώση των διεθνών αγορών και σεβασμό στους παραγωγούς, και όχι με υπερβολές ή συνθήματα που θολώνουν την εικόνα.

Την ίδια στιγμή, στον αντίποδα, έρευνα στον τομέα της μεταποίησης και των εξαγωγών επιτραπέζιας ελιάς αναδεικνύει μια διαφορετική διάσταση του ζητήματος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, οι κλαδικές οργανώσεις ASEMESA της Ισπανίας, ASSOM της Ιταλίας και ΠΕΜΕΤΕ της Ελλάδας έχουν επισημάνει ότι η συμφωνία ΕΕ – Mercosur δημιουργεί συνθήκες ανισομερούς ανταγωνισμού, καθώς προβλέπει μηδενικούς δασμούς για τις ελιές που εισάγονται στην ΕΕ από τις χώρες της Mercosur, ενώ τα ευρωπαϊκά προϊόντα που εξάγονται προς αυτές επιβαρύνονται με δασμό περίπου 12,6%.

Παρότι προβλέπεται κατάργηση του δασμού σε βάθος επταετίας, στο μεταβατικό διάστημα διαμορφώνεται μια αγορά δύο ταχυτήτων, με άμεσες επιπτώσεις στη μεταποίηση και έμμεσες στον πρωτογενή τομέα, σε έναν κλάδο που ήδη λειτουργεί με αυστηρούς κανονισμούς, υψηλό κόστος συμμόρφωσης και περιορισμένα περιθώρια.

Η ίδια έρευνα αναδεικνύει και το ζήτημα των ελέγχων, καθώς στις χώρες της Νότιας Αμερικής επιτρέπονται δραστικές ουσίες φυτοπροστασίας που στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχουν απαγορευτεί, γεγονός που δημιουργεί εύλογα ερωτήματα για το πώς θα διασφαλιστεί ο θεμιτός ανταγωνισμός στην ευρωπαϊκή αγορά, ανεξαρτήτως της τελικής έκβασης της συμφωνίας.