Σε οριακή κατάσταση βρίσκονται οι κτηνοτρόφοι της Λέσβου, καθώς το lockdown που έχει επιβληθεί λόγω του Αφθώδους Πυρετού έχει παραλύσει την παραγωγή και διάθεση κτηνοτροφικών προϊόντων, οδηγώντας σε τεράστιες οικονομικές απώλειες.
Περίπου 70.000 αρνιά και κατσίκια έμειναν αδιάθετα στο νησί, ενώ για πρώτη φορά η τοπική αγορά καλύπτει τις ανάγκες της με εισαγόμενα σφάγια, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στην οικονομία που ξεπερνά τα 9 εκατομμύρια ευρώ.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα εντοπίζεται στη διαχείριση του γάλακτος, καθώς περίπου 250 τόνοι ημερησίως παραμένουν αδιάθετοι, μετά την άρνηση των περισσότερων τυροκομείων να συνεχίσουν την παραλαβή. Η απώλεια εσόδων για τους παραγωγούς αγγίζει τις 375.000 ευρώ την ημέρα, ενώ παράλληλα αυξάνεται ο κίνδυνος σοβαρής περιβαλλοντικής επιβάρυνσης.
Όπως επισημαίνουν ειδικοί, το νωπό γάλα έχει υψηλό οργανικό φορτίο και δεν μπορεί να απορριφθεί χωρίς επεξεργασία, γεγονός που καθιστά τη διαχείρισή του ιδιαίτερα δύσκολη, ειδικά σε ένα νησί χωρίς κατάλληλες υποδομές για υγρά ζωικά απόβλητα.
Μπροστά στο αδιέξοδο, ο Δήμος Δυτικής Λέσβου προχώρησε στη δημιουργία ειδικών χώρων απόρριψης γάλακτος, ως έσχατη λύση για την αποσυμφόρηση της κατάστασης. Ο δήμαρχος Ταξιάρχης Βέρρος έκανε λόγο για πρωτοφανείς συνθήκες, περιγράφοντας εικόνες με ουρές εκατοντάδων παραγωγών που δεν έχουν πού να διαθέσουν την παραγωγή τους.
Την ίδια ώρα, οι αρμόδιες αρχές προειδοποιούν για τον κίνδυνο ρύπανσης του υδροφόρου ορίζοντα και δημιουργίας νέων εστιών μόλυνσης, εάν δεν υπάρξει άμεση και οργανωμένη λύση.
Η κρίση στη Λέσβο αναδεικνύει τα σοβαρά προβλήματα διαχείρισης σε περιόδους υγειονομικών περιορισμών, με τους κτηνοτρόφους να ζητούν άμεση στήριξη και αποζημιώσεις για να αποφευχθεί η πλήρης κατάρρευση του κλάδου.