Με ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2028 προχωρά το έργο δημιουργίας του Μουσείου Προσφυγικού Ελληνισμού στη Θεσσαλονίκη, στον χώρο του πρώην στρατοπέδου Παύλου Μελά. Ο διαγωνισμός για την αποκατάσταση και επανάχρηση των κτηρίων Β4 και Δ βρίσκεται σε εξέλιξη, με την κατάθεση των προσφορών να έχει προγραμματιστεί για τις 13 Μαΐου 2026 και την αποσφράγισή τους την επόμενη ημέρα.

Το έργο, συνολικού προϋπολογισμού σχεδόν 4,9 εκατ. ευρώ, θα υλοποιηθεί σε διάστημα 22 μηνών από την υπογραφή της σύμβασης και χρηματοδοτείται από το πρόγραμμα «Κεντρική Μακεδονία 2021-2027» με τη συνδρομή του Ευρωπαϊκού Ταμείου Περιφερειακής Ανάπτυξης. Μετά την ίδρυσή του από το Υπουργείο Πολιτισμού, το μουσείο θα παραδοθεί στον Δήμο Παύλου Μελά για τη λειτουργία του.

Το ισόγειο κτίριο Β4, επιφάνειας 745 τ.μ., θα ανακατασκευαστεί διατηρώντας βασικά αρχιτεκτονικά στοιχεία και θα φιλοξενήσει την κύρια έκθεση, με 413 αντικείμενα οργανωμένα σε έξι θεματικές ενότητες. Το κτίριο Δ, 700 τ.μ., θα αποκατασταθεί επίσης και θα περιλαμβάνει μόνιμες και περιοδικές εκθέσεις, καθώς και χώρους συντήρησης, με 30 επιλεγμένα αντικείμενα και αρχειακό υλικό.

Η μουσειολογική προσέγγιση εστιάζει στην έννοια της πατρίδας και του «ανήκειν», εξετάζοντας την εμπειρία των προσφύγων από την περίοδο πριν τη Μικρασιατική Καταστροφή έως σήμερα. Στον πυρήνα της αφήγησης βρίσκονται δύο συμβολικοί «τόποι»: οι χαμένες πατρίδες της Ανατολής και οι νέες γειτονιές εγκατάστασης στη Θεσσαλονίκη.

Τα εκθέματα προέρχονται κυρίως από τη συλλογή της Ιεράς Μητροπόλεως Νεαπόλεως και Σταυρουπόλεως, από την οποία έχουν καταγραφεί και ψηφιοποιηθεί 2.718 αντικείμενα. Από αυτά, επιλέχθηκαν συνολικά 443 για τις ανάγκες της έκθεσης. Πρόκειται για ποικίλο υλικό, όπως βιβλία, εικόνες, ενδύματα, εργαλεία, οικιακά σκεύη, εκκλησιαστικά αντικείμενα, μουσικά όργανα, χειρόγραφα και προσωπικά κειμήλια, με προέλευση κυρίως από την Καππαδοκία, τον Πόντο, τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη.

Παράλληλα, το φωτογραφικό και αρχειακό υλικό αντλείται από συλλογές της Μητρόπολης, το Ιστορικό Αρχείο Προσφυγικού Ελληνισμού και το αρχείο του Μουσείου Φωτογραφίας «Χρήστος Καλεμκερής», ενισχύοντας τη βιωματική διάσταση της έκθεσης.