Νέα επιστημονική έρευνα έρχεται να αμφισβητήσει όσα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα για τη μακροζωία, υποστηρίζοντας ότι η γενετική μπορεί να επηρεάζει πολύ περισσότερο τη διάρκεια ζωής ενός ανθρώπου. Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες του Weizmann Institute of Science και δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Science.
Σύμφωνα με τα ευρήματα, οι γενετικές διαφορές ενδέχεται να εξηγούν περίπου το 50% της μεταβλητότητας στη διάρκεια ζωής των ανθρώπων, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από τις προηγούμενες εκτιμήσεις. Μέχρι σήμερα, οι επιστήμονες θεωρούσαν ότι η κληρονομικότητα επηρεάζει τη μακροζωία σε ποσοστό περίπου 20% έως 25%, ενώ ορισμένες πιο πρόσφατες μελέτες υποστήριζαν ότι η επίδρασή της ίσως είναι ακόμη μικρότερη.
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε από ομάδα επιστημόνων με επικεφαλής τον Ben Shenhar, στο εργαστήριο του καθηγητή Uri Alon στο Τμήμα Μοριακής Κυτταρικής Βιολογίας του ινστιτούτου. Οι ερευνητές ανέλυσαν δεδομένα από μεγάλες βάσεις διδύμων στη Σουηδία και τη Δανία, συγκρίνοντας τόσο δίδυμα που μεγάλωσαν στο ίδιο περιβάλλον όσο και εκείνα που ανατράφηκαν σε διαφορετικές συνθήκες.
Οι μελέτες διδύμων θεωρούνται ιδιαίτερα χρήσιμες για την εξέταση της κληρονομικότητας, καθώς οι μονοζυγωτικοί δίδυμοι έχουν το ίδιο γενετικό υλικό. Με τη σύγκριση αυτή, οι επιστήμονες μπόρεσαν να διαχωρίσουν με μεγαλύτερη ακρίβεια την επίδραση των γονιδίων από εκείνη του περιβάλλοντος.
Ένας βασικός παράγοντας που, σύμφωνα με τους ερευνητές, είχε υποτιμηθεί σε προηγούμενες μελέτες είναι η λεγόμενη «εξωγενής θνησιμότητα», δηλαδή οι θάνατοι που προκαλούνται από εξωτερικούς παράγοντες όπως ατυχήματα, λοιμώξεις ή περιβαλλοντικοί κίνδυνοι. Τέτοια περιστατικά μπορεί να «κρύβουν» τις βιολογικές διαδικασίες που σχετίζονται με τη γήρανση.
Για να αντιμετωπίσουν αυτό το πρόβλημα, οι επιστήμονες ανέπτυξαν ένα νέο αναλυτικό μοντέλο που συνδυάζει στατιστική ανάλυση και μαθηματικές προσομοιώσεις, επιτρέποντας πιο ακριβή εκτίμηση της γενετικής επίδρασης στη διάρκεια ζωής.
Τα ευρήματα της μελέτης ανοίγουν νέες προοπτικές για την έρευνα γύρω από τη γήρανση και τη δημόσια υγεία. Όπως επισημαίνουν οι ερευνητές, η καλύτερη κατανόηση των γονιδίων που επηρεάζουν τη μακροζωία θα μπορούσε στο μέλλον να συμβάλει στην ανάπτυξη θεραπειών που θα βοηθήσουν στην παράταση της ανθρώπινης ζωής.










