Η πρόσφατη δημόσια τοποθέτηση του Ευρωπαίου Επιτρόπου Άμυνας υπέρ της δημιουργίας ενός ευρωπαϊκού στρατού επαναφέρει στο προσκήνιο ένα ζήτημα που εδώ και χρόνια αιωρείται στις Βρυξέλλες: μπορεί η Ευρωπαϊκή Ένωση να αποκτήσει ουσιαστική στρατηγική αυτονομία ή θα συνεχίσει να εξαρτάται αποκλειστικά από τρίτους για την ασφάλειά της;
Η συγκυρία δεν είναι τυχαία. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή, οι υβριδικές απειλές, οι κυβερνοεπιθέσεις και η μεταβαλλόμενη στάση των Ηνωμένων Πολιτειών απέναντι στην ευρωπαϊκή άμυνα υποχρεώνουν την Ευρώπη να επανεξετάσει τον ρόλο της στον παγκόσμιο συσχετισμό ισχύος.
Η ιδέα ενός κοινού στρατού, ως συμπληρωματικού πυλώνα της συλλογικής ασφάλειας, δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπίζεται ως θεωρητικό σενάριο. Ωστόσο, η δημιουργία ευρωπαϊκού στρατού δεν αποτελεί απλώς τεχνικό ή θεσμικό ζήτημα. Αγγίζει τον πυρήνα της εθνικής κυριαρχίας των κρατών-μελών, τον τρόπο λήψης αποφάσεων σε θέματα ζωής και θανάτου, καθώς και το δημοκρατικό έλεγχο πάνω στις ένοπλες δυνάμεις.
Χωρίς ξεκάθαρη πολιτική αρχιτεκτονική, χωρίς ενιαία στρατηγική κουλτούρα και χωρίς πραγματική σύγκλιση συμφερόντων, υπάρχει ο κίνδυνος να δημιουργηθεί ένας μηχανισμός που θα είναι βαρύς, δυσλειτουργικός και τελικά αναποτελεσματικός.
Παράλληλα, η Ευρώπη οφείλει να απαντήσει με ειλικρίνεια σε ένα κρίσιμο ερώτημα: ο ευρωπαϊκός στρατός θα λειτουργεί συμπληρωματικά προς το ΝΑΤΟ ή θα επιχειρήσει να το υποκαταστήσει; Για χώρες όπως η Ελλάδα, που βρίσκονται σε γεωπολιτικά ευαίσθητες περιοχές και αντιμετωπίζουν υπαρκτές απειλές, η διατήρηση της αποτρεπτικής αξιοπιστίας και των διεθνών συμμαχιών είναι ζήτημα εθνικής ασφάλειας. Κάθε νέα δομή οφείλει να ενισχύει και όχι να αποδυναμώνει τις υφιστάμενες εγγυήσεις.
Ταυτόχρονα, η οικονομική διάσταση δεν μπορεί να αγνοηθεί. Η συγκρότηση ενιαίας αμυντικής δύναμης προϋποθέτει κοινές προμήθειες, βιομηχανική συνεργασία, επενδύσεις σε έρευνα και τεχνολογία και δίκαιη κατανομή βαρών. Αν η Ευρώπη θέλει πραγματικά να μιλήσει τη «γλώσσα της ισχύος», πρέπει να μετατρέψει την αμυντική της πολιτική από άθροισμα εθνικών στρατηγικών σε συνεκτικό ευρωπαϊκό σχέδιο, με διαφάνεια, λογοδοσία και σαφή οφέλη για τα κράτη-μέλη.
Συμπερασματικά, η πρόταση για ευρωπαϊκό στρατό δεν είναι ούτε πανάκεια ούτε απειλή από μόνη της. Είναι μια στρατηγική επιλογή που μπορεί να αποδειχθεί ιστορική, εφόσον στηριχθεί σε τρεις αδιαπραγμάτευτους όρους: σεβασμό στην εθνική κυριαρχία, ξεκάθαρη σχέση με το ΝΑΤΟ και πραγματική πολιτική βούληση για κοινή άμυνα με ίσους όρους για όλους.
Χωρίς αυτά, ο κίνδυνος είναι να δημιουργηθεί ένα ακόμη ευρωπαϊκό οικοδόμημα χωρίς ουσιαστικό αποτύπωμα στην ασφάλεια των πολιτών. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται συνθήματα ισχύος. Χρειάζεται ρεαλισμό, ενότητα και υπευθυνότητα. Μόνο έτσι μπορεί να σταθεί ως αξιόπιστος παράγοντας σταθερότητας σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα και συχνά με απρόβλεπτες συνέπειες.
Νίκος Τσερκεζίδης Επιχειρηματίας










