Η κατάσχεση του δεξαμενόπλοιου που φέρεται να συνδέεται με μεταφορές βενεζουελάνικου πετρελαίου δεν είναι απλώς ένα ακόμη επεισόδιο εφαρμογής κυρώσεων. Είναι μια πολιτική πράξη υψηλού συμβολισμού. Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν περιορίστηκαν σε οικονομικά μέτρα, αλλά προχώρησαν σε φυσική επιβολή ισχύος στη θάλασσα, δείχνοντας ότι θεωρούν τις κυρώσεις τους όχι μόνο εργαλείο πίεσης, αλλά και μέσο άμεσης δράσης «οπουδήποτε στον κόσμο».
Το πλοίο, το οποίο φέρεται να άλλαξε όνομα, σημαία και νηολόγιο κατά τη διάρκεια της καταδίωξης, μετατράπηκε σε κινητό σύμβολο μιας νέας εποχής κυρώσεων: μιας εποχής όπου η οικονομική πολιτική συνοδεύεται από επιχειρησιακή παρουσία.
Για την Ουάσιγκτον, πρόκειται για νόμιμη επιβολή διεθνών κανόνων απέναντι σε δίκτυα που, κατά την αμερικανική εκδοχή, παρακάμπτουν καθεστώτα κυρώσεων και χρηματοδοτούν καθεστώτα υπό διεθνή πίεση. Η αντίδραση της Ρωσίας ήταν άμεση και σκληρή. Η Μόσχα έκανε λόγο για παραβίαση του Δικαίου της Θάλασσας, για «πειρατεία» και για κατάχρηση ισχύος σε διεθνή ύδατα. Το μήνυμα είναι σαφές: η Ρωσία δεν βλέπει την ενέργεια αυτή ως τεχνική υπόθεση επιβολής κυρώσεων, αλλά ως γεωπολιτικό προηγούμενο που μπορεί να χρησιμοποιηθεί στο μέλλον εναντίον της ή εναντίον τρίτων κρατών.
Και ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι το περιστατικό εξελίχθηκε σε περιοχή όπου υπήρχε ρωσική στρατιωτική παρουσία, γεγονός που αναδεικνύει πόσο εύκολα τέτοιες κινήσεις μπορούν να οδηγήσουν σε κλιμάκωση από λάθος υπολογισμό.
Στο κάδρο μπήκε και η Κίνα.
Το Πεκίνο, πιστό στη γραμμή του κατά των μονομερών κυρώσεων χωρίς έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας, κατήγγειλε την αυθαίρετη κράτηση πλοίων σε διεθνή ύδατα και επανέλαβε ότι η ελεύθερη ναυσιπλοΐα δεν μπορεί να υποτάσσεται σε εθνικές πολιτικές επιβολής. Δεν πρόκειται απλώς για διπλωματική τυπικότητα. Πρόκειται για τη διαμόρφωση ενός κοινού αφηγήματος Πεκίνου και Μόσχας απέναντι στη Δύση: ότι οι ΗΠΑ εργαλειοποιούν το διεθνές σύστημα για να επιβάλλουν τη δική τους τάξη πραγμάτων. Εδώ βρίσκεται η ουσία της νέας αμερικανικής στάσης.
Οι ΗΠΑ δοκιμάζουν τα όρια μιας πολιτικής «παγκόσμιας εμβέλειας» των κυρώσεων, όπου η οικονομική πίεση συνοδεύεται από άμεση δράση. Αν αυτό το μοντέλο γίνει αποδεκτό χωρίς σοβαρό κόστος, τότε οι κυρώσεις παύουν να είναι απλώς χρηματοοικονομικό εργαλείο και μετατρέπονται σε μέσο αποτροπής μέσω ισχύος. Αν όμως αμφισβητηθεί, τότε ανοίγει ο δρόμος για έναν πιο κατακερματισμένο κόσμο, όπου κάθε μεγάλη δύναμη θα επικαλείται το «δίκαιό» της για να επιβάλει κανόνες στη θάλασσα, στο εμπόριο, στην ενέργεια.
Το διακύβευμα δεν είναι ένα πλοίο. Είναι το ποιος ορίζει τους κανόνες. Η θάλασσα επιστρέφει ως πεδίο άσκησης ισχύος, όχι μόνο ως δίαυλος εμπορίου. Οι κυρώσεις μετατρέπονται σε πράξη επιβολής, όχι απλώς σε οικονομικό περιορισμό. Και η Κίνα με τη Ρωσία συγκλίνουν πολιτικά κάθε φορά που η Ουάσιγκτον ανεβάζει το επίπεδο της μονομερούς δράσης. Το ερώτημα, τελικά, είναι πολιτικό και καθαρό: οι Ηνωμένες Πολιτείες επιδιώκουν να αποτρέψουν ή να προκαλέσουν; Διότι όταν μια υπερδύναμη δηλώνει έμπρακτα ότι η ισχύς της και οι κυρώσεις της ισχύουν «οπουδήποτε στον κόσμο», τότε δεν απαντά μόνο σε παραβιάσεις. Ξαναγράφει τους κανόνες του παιχνιδιού. Και σε έναν κόσμο όπου Κίνα και Ρωσία δεν αποδέχονται πια παθητικά αυτό το πλαίσιο, κάθε τέτοια κίνηση μετατρέπεται από τεχνική πράξη σε γεωπολιτικό ρίσκο.










