Αρθρογραφεί ο Νίκος Μπλόσκας

Η μόλις χθες, κατατεθείσα στη Βουλή, νομοθετική πρωτοβουλία του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, κ. Χατζηδάκη συνιστά μια ουσιαστική θεσμική παρέμβαση για ζητήματα που εστιάζουν ευθέως στο «βαθύ κράτος», στην ταλαιπωρία που υφίσταται ο μέσος πολίτης από διοικητικές πρακτικές και νοοτροπίες, που δεν έχουν καμία σχέση με το σήμερα.

Ένα από αυτά τα ζητήματα αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς των ακινήτων του Δημοσίου, το οποίο έχει συνθλίψει και τη Χαλκιδική. Περιπτώσεις δηλαδή, όπου το Δημόσιο δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση – συχνά με πράξεις του – ότι χορήγησε ιδιοκτησιακά δικαιώματα.

Κατά το στάδιο της κτηματογράφησης το ζήτημα αυτό εξερράγη, καθώς μετά από αρκετές δεκαετίες πλήρους αδράνειας, το Δημόσιο επανήλθε, προβάλλοντας παντού ενστάσεις ιδίας κυριότητας. Παρά την προφανή καταχρηστικότητά τους, οι ενστάσεις αυτές έγιναν δεκτές, λόγω των κενών που μέχρι πρόσφατα παρουσίαζε η νομοθεσία.

Κατόπιν δεκαετιών απραξίας εκδόθηκε η πρόσφατη κοινή υπουργική απόφαση με ΦΕΚ Β’ 6521/2024, η οποία αφορά μόνο ακίνητα που εντάσσονται σε περιοχή που χαρακτηρίστηκε διανεμητέα κατά την αγροτική νομοθεσία.

Σ΄ αυτό το πλαίσιο κατέφτασε το ευρύτερο νυν νομοσχέδιο του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, με τον οποίο έχω την τιμή να συστεγάζομαι στο ίδιο γραφείο επί του Μεγάρου Μαξίμου. Τόσο στην ανωτέρω, όσο και την τρέχουσα νομοθετική πρωτοβουλία, είχα την ευκαιρία να συμβάλω, στο βαθμό που μου αναλογεί, στην επίλυση αυτών των ζητημάτων, διαμορφώνοντας πιθανές λύσεις που βεβαίως θα δοκιμαστούν στην πράξη.

Ας δούμε όμως ποιες είναι οι βασικές καινοτομίες του εν λόγω νομοσχεδίου:

α) Απλούστερη διαδικασία αναγνώρισης δικαιωμάτων μέσα από έναν απλό έλεγχο τίτλων, οι οποίοι πρέπει να έχουν μεταγραφεί είτε μέχρι την 5.6.1993, είτε μέχρι την 11.6.1975, αναλόγως της φύσεως του ακινήτου.

β) Δυνατότητα διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών και δικαστικής αμφισβήτησης, μέσω της διαδικασίας του «πρόδηλου» στο κτηματολόγιο, αλλά και ευθείας δικαστικής οδού, εφόσον το Δημόσιο δεν έχει προβεί σε διακατοχικές πράξεις μετά την 23η.2.1946 και υπάρχει καλόπιστη νομή επί μακρό χρονικό διάστημα.

γ) Θεσμοθέτηση ειδικού πειθαρχικού παραπτώματος σε περίπτωση μη εφαρμογής του νόμου, ως άμυνα του διοικούμενου, μαζί με τις ενδεχόμενες ποινικές ευθύνες που ούτως ή άλλως μπορεί να ισχύουν ανά περίπτωση (κυρίως παράβαση καθήκοντος – 259 ΠΚ.

Το νομοσχέδιο πλέον εισέρχεται στη φάση της κοινοβουλευτικής επεξεργασίας, ενώπιον των κοινοβουλευτικών επιτροπών και μετέπειτα της Ολομέλειας, όπου ενδέχεται να υποστεί στοχευμένες τροποποιήσεις, μέσω της διαδικασίας των νομοτεχνικών βελτιώσεων.

Κρίσιμη είναι η στήριξη του νομοσχεδίου και από την αντιπολίτευση, καθώς πρόκειται για μία εμβληματική πρωτοβουλία που υπερβαίνει τα οποιαδήποτε κομματικά στεγανά, μια πρωτοβουλία που έχει τις περγαμηνές να βοηθήσει απλούς και πραγματικούς ανθρώπους, ανθρώπους όπως εμάς, άμεσα και αποτελεσματικά.

Κριτική μπορεί να προκύψει, αρκεί να βασίζεται στην τεχνοκρατική γνώση και όχι σε μικροκομματικές αγκυλώσεις, άλλωστε κανένας δεν μπορεί να διεκδικήσει το αλάθητο, πέρα από τον μη πράττοντα.