Οι διεθνείς αγορές ενέργειας καταγράφουν έντονη μεταβλητότητα, καθώς οι τιμές του πετρελαίου κινούνται ανοδικά υπό το βάρος των εξελίξεων στη Μέση Ανατολή και των ανησυχιών για περιορισμό της παγκόσμιας προσφοράς.
Το αμερικανικό αργό (WTI) ολοκλήρωσε την εβδομάδα κοντά ή και πάνω από το ψυχολογικό όριο των 100 δολαρίων ανά βαρέλι, με ορισμένες πηγές να αναφέρουν επίπεδα άνω των 101 δολαρίων. Το συγκεκριμένο σημείο θεωρείται κομβικό, καθώς ενισχύει τις πιέσεις στο κόστος καυσίμων και τροφοδοτεί πληθωριστικές τάσεις.
Παρά τις μικρές διακυμάνσεις, η τιμή του WTI διαμορφώθηκε πρόσφατα γύρω στα 99,64 δολάρια, καταγράφοντας σημαντική άνοδο τις τελευταίες ημέρες. Η κλιμάκωση της έντασης με το Ιράν ενισχύει το αίσθημα αβεβαιότητας, οδηγώντας σε έντονες κινήσεις στις αγορές.
Μόνο σε μία ημέρα, το αμερικανικό πετρέλαιο σημείωσε άνοδο περίπου 7%, ενώ από την έναρξη της σύγκρουσης η αύξηση ξεπερνά το 50%. Σε ετήσια βάση, η άνοδος υπερβαίνει πλέον το 75%.
Αντίστοιχα, το Brent -το βασικό διεθνές σημείο αναφοράς- έφτασε έως και τα 112,57 δολάρια το βαρέλι, καταγράφοντας σημαντικά κέρδη μέσα σε μία συνεδρίαση. Νωρίτερα, κινείτο γύρω στα 107 δολάρια, έχοντας ενισχυθεί σχεδόν 40% μέσα στον μήνα και περίπου 75% από τις αρχές του 2026.
Οι επενδυτές παραμένουν σε επιφυλακή, καθώς υπάρχει έντονος φόβος για διαταραχές στην προσφορά, ιδιαίτερα λόγω της κατάστασης στα Στενά του Ορμούζ, ένα από τα πιο κρίσιμα περάσματα για τη διακίνηση πετρελαίου παγκοσμίως. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το Brent άγγιξε ακόμη και τα 114 δολάρια τις τελευταίες ημέρες.
Η διαφορά τιμής μεταξύ Brent και WTI αντανακλά τόσο τους γεωπολιτικούς κινδύνους στη Μέση Ανατολή όσο και τις ιδιαιτερότητες στη μεταφορά και διανομή των δύο τύπων πετρελαίου.
Την ίδια στιγμή, η αγορά παρακολουθεί στενά τις διπλωματικές εξελίξεις, καθώς οποιαδήποτε ένδειξη αποκλιμάκωσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε απότομη πτώση των τιμών.
Σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου 17,8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως επηρεάζονται από τις αναταράξεις στα Στενά του Ορμούζ, ενώ οι συνολικές απώλειες υγρών καυσίμων αγγίζουν τα 500 εκατομμύρια βαρέλια, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια αντίδρασης της αγοράς σε νέα σοκ.











