Τα νέα αποτελέσματα της PISA προκαλούν προβληματισμό για την πορεία της εκπαίδευσης διεθνώς. Οι επιδόσεις των 15χρονων μαθητών στα μαθηματικά, την ανάγνωση και τις φυσικές επιστήμες εξακολουθούν να υποχωρούν στις περισσότερες πλούσιες χώρες, παρά το γεγονός ότι η περίοδος της πανδημίας έχει πλέον απομακρυνθεί.
Η νέα εικόνα δείχνει ότι η πτώση δεν μπορεί να αποδοθεί αποκλειστικά στην Covid-19. Μακροχρόνιες αλλαγές στη σχολική ζωή, οι αυξημένες απουσίες, η χρήση ψηφιακών συσκευών και οι αλλαγές στις παιδαγωγικές πρακτικές φαίνεται να διαμορφώνουν ένα περιβάλλον που δυσκολεύει ολοένα περισσότερο τη μάθηση.
Η Ασία παραμένει στην κορυφή
Για ακόμη μία φορά, τα εκπαιδευτικά συστήματα της Ανατολικής Ασίας κυριαρχούν στις κορυφαίες θέσεις. Η Σιγκαπούρη, η Ταϊβάν και η Ιαπωνία διατηρούν πολύ υψηλές επιδόσεις, ενώ η Εσθονία εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα εκπαιδευτικά συστήματα της Δύσης.
Η Τουρκία παρουσιάζει σημαντική άνοδο, ενώ θετικά είναι τα στοιχεία και για τη Βρετανία, με τους μαθητές της να βρίσκονται πλέον στην πρώτη δεκάδα και στα τρία βασικά γνωστικά αντικείμενα.
Σε παγκόσμιο επίπεδο, ωστόσο, η γενική τάση είναι διαφορετική. Οι μέσες επιδόσεις των χωρών του ΟΟΣΑ που συμμετέχουν διαχρονικά στην PISA κορυφώθηκαν περίπου το 2012 και έκτοτε παρουσιάζουν πτωτική πορεία.
Η Ελλάδα παραμένει χαμηλά
Η Ελλάδα δεν παρουσιάζει τη δραματική επιδείνωση άλλων χωρών, αλλά ούτε και κάποια θεαματική βελτίωση. Παραμένει αισθητά κάτω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ και στα τρία βασικά πεδία.
Οι Έλληνες 15χρονοι συγκέντρωσαν κατά μέσο όρο 424 μονάδες στα μαθηματικά, έναντι 463 στον ΟΟΣΑ. Στην κατανόηση γραπτού λόγου η Ελλάδα έφτασε τις 423 μονάδες, έναντι 461, ενώ στις φυσικές επιστήμες τις 434, έναντι 482 μονάδων στον ΟΟΣΑ.
Σε σύγκριση με τον προηγούμενο κύκλο, οι επιδόσεις στα μαθηματικά και τις φυσικές επιστήμες παραμένουν περίπου σταθερές, ενώ η ανάγνωση παρουσιάζει νέα επιδείνωση.
Σχεδόν ένας στους δύο μαθητές κάτω από το βασικό επίπεδο στα μαθηματικά
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα στις χαμηλότερες επιδόσεις. Στην Ελλάδα περίπου οι μισοί 15χρονοι δεν φτάνουν στο Επίπεδο 2 των μαθηματικών, το οποίο θεωρείται το ελάχιστο επίπεδο για την αξιοποίηση βασικών μαθηματικών γνώσεων σε απλές καταστάσεις της καθημερινότητας.
Στην κατανόηση γραπτού λόγου κάτω από το βασικό επίπεδο βρίσκεται περίπου το 44% των μαθητών, ενώ στις φυσικές επιστήμες το αντίστοιχο ποσοστό φτάνει περίπου το 41%.
Την ίδια ώρα, πολύ μικρό είναι το ποσοστό των μαθητών που φτάνει στις υψηλότερες βαθμίδες. Μόλις το 2% των Ελλήνων μαθητών κατατάσσεται στα δύο υψηλότερα επίπεδα των μαθηματικών, έναντι 8% στον ΟΟΣΑ.
Οι απουσίες και τα κινητά προβληματίζουν
Η πανδημία φαίνεται να άφησε πίσω της ένα σχολικό περιβάλλον με περισσότερες απουσίες. Στην Ελλάδα, το 31% των μαθητών δήλωσε ότι είχε χάσει τουλάχιστον μία ολόκληρη ημέρα σχολείου μέσα στις δύο εβδομάδες πριν από την εξέταση, έναντι 22% στον ΟΟΣΑ.
Παράλληλα, σχεδόν οι μισοί μαθητές ανέφεραν ότι είχαν χάσει τουλάχιστον μία διδακτική ώρα, ενώ το 62% δήλωσε ότι είχε καθυστερήσει να φτάσει στο σχολείο τουλάχιστον μία φορά.
Προβληματισμό προκαλεί και η χρήση των κινητών και άλλων ψηφιακών συσκευών. Παρότι το κινητό απαγορεύεται επίσημα στα περισσότερα ελληνικά σχολεία, το 33% των μαθητών αναφέρει ότι οι συμμαθητές του αποσπώνται συχνά από ψηφιακές συσκευές κατά τη διάρκεια των μαθημάτων φυσικών επιστημών.
Οι μαθητές που ανέφεραν συχνή ψηφιακή διάσπαση είχαν κατά μέσο όρο χαμηλότερες επιδόσεις, ακόμη και όταν λαμβάνεται υπόψη το κοινωνικοοικονομικό τους υπόβαθρο.
Η κρίση της ανάγνωσης
Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που αναδεικνύονται είναι η υποχώρηση της αναγνωστικής ικανότητας.
Η συστηματική ενασχόληση με σύνθετα κείμενα φαίνεται να περιορίζεται, την ώρα που οι νέοι περνούν όλο και περισσότερο χρόνο σε οθόνες και μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η εικόνα αυτή μπορεί να επηρεάσει και άλλα γνωστικά αντικείμενα, καθώς η καλή κατανόηση κειμένου αποτελεί βασική προϋπόθεση τόσο για την επίλυση μαθηματικών προβλημάτων όσο και για την κατανόηση επιστημονικών εννοιών.
Το μάθημα από την Ασία και η «επιστροφή» στις βασικές γνώσεις
Τα αποτελέσματα της PISA επαναφέρουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για το ποιες εκπαιδευτικές πρακτικές αποδίδουν πραγματικά.
Τα ασιατικά εκπαιδευτικά συστήματα εξακολουθούν να παρουσιάζουν υψηλές επιδόσεις, ενώ η Βρετανία αποτελεί ενδιαφέρουσα περίπτωση στη Δύση. Οι μεταρρυθμίσεις των τελευταίων ετών έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση στις βασικές γνώσεις, στις εξετάσεις, στην αξιολόγηση και σε πιο δομημένες μορφές διδασκαλίας.
Παράλληλα, η παλαιότερη εικόνα της Φινλανδίας ως απόλυτου εκπαιδευτικού προτύπου έχει αλλάξει. Οι επιδόσεις της χώρας έχουν υποχωρήσει σημαντικά, γεγονός που αναζωπυρώνει τη συζήτηση για το κατά πόσο ορισμένες παιδαγωγικές τάσεις υιοθετήθηκαν διεθνώς χωρίς επαρκή αξιολόγηση.
Το μεγάλο στοίχημα για την Ελλάδα
Τα στοιχεία της PISA δεν αποτελούν από μόνα τους πλήρη αξιολόγηση ενός εκπαιδευτικού συστήματος. Δείχνουν όμως κάτι που δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί: ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων μαθητών δυσκολεύεται να ανταποκριθεί σε βασικές απαιτήσεις μαθηματικών, ανάγνωσης και φυσικών επιστημών.
Η πανδημία, οι οθόνες και οι κοινωνικές ανισότητες αποτελούν σημαντικούς παράγοντες, όμως δεν εξηγούν τα πάντα. Η ποιότητα της διδασκαλίας, η πειθαρχία στην τάξη, η παρουσία των μαθητών στο σχολείο, η καλλιέργεια της ανάγνωσης και ο τρόπος με τον οποίο χρησιμοποιείται η τεχνολογία αποτελούν εξίσου κρίσιμα ζητήματα.
Το ζητούμενο πλέον δεν είναι απλώς να σταματήσει η πτώση. Είναι να δημιουργηθεί ένα σχολείο που θα δίνει σε περισσότερα παιδιά ισχυρές βασικές γνώσεις, κριτική σκέψη και τις δεξιότητες που θα χρειαστούν σε μια οικονομία όπου η τεχνητή νοημοσύνη αναμένεται να αλλάξει ριζικά την αγορά εργασίας.
Η PISA δεν λέει ποιο παιδί θα πετύχει στη ζωή. Δείχνει, όμως, πόσο καλά προετοιμάζεται μια ολόκληρη γενιά για όσα έρχονται.
πηγή lifo.gr
Κάνε κλικ εδώ και ενημερώσου άμεσα στο Google News με όλα τα νέα του xalkidikipolitiki.com
Πρόσθεσέ μας στο Feed της Google










