Η 1η Ιανουαρίου 2026 δεν αποτελεί απλώς την έναρξη ενός νέου οικονομικού έτους. Αποτελεί σημείο καμπής για τη λειτουργία της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Για πρώτη φορά μετά από σχεδόν δύο δεκαετίες, οι Δήμοι της χώρας καλούνται να καταρτίσουν τον Προϋπολογισμό τους βάσει ενός εντελώς νέου λογιστικού και δημοσιονομικού πλαισίου, του Λογιστικού Πλαισίου της Γενικής Κυβέρνησης Π.Δ. 54/2018, το οποίο τίθεται σε πλήρη και αμετάθετη εφαρμογή.

Δεν υπάρχει πλέον περιθώριο παρερμηνειών ή καθυστερήσεων. Δεν προβλέπεται καμία παράταση. Το νέο πλαίσιο ισχύει υποχρεωτικά για όλους και αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο οι Δήμοι σχεδιάζουν, εκτελούν και ελέγχουν τα οικονομικά τους.

Η πραγματικότητα στους Δήμους είναι ανησυχητική

Παρά τη σαφήνεια του θεσμικού πλαισίου, η συντριπτική πλειονότητα των Δήμων δεν έχει ακόμη καταρτίσει εγκεκριμένο Προϋπολογισμό για το 2026. Όσοι δεν κατάφεραν να ολοκληρώσουν τη διαδικασία έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025, θα αναγκαστούν να λειτουργήσουν, για το πρώτο τρίμηνο του 2026, βάσει του άρθρου 160 του Ν. 3463/2006.

Πρόκειται για μια έκτακτη θεσμική λύση ανάγκης και όχι για κανονική οικονομική λειτουργία Δήμου.

Τι σημαίνει στην πράξη το άρθρο 160

Στην περίπτωση μη έγκρισης Προϋπολογισμού για το 2026, ο Δήμος λειτουργεί με προσωρινό και πλασματικό Προϋπολογισμό, βασισμένο στον Προϋπολογισμό του 2025, όπως αυτός θα έχει διαμορφωθεί έως τις 31 Δεκεμβρίου 2025. Μπορεί να πραγματοποιεί δαπάνες μόνο εντός αυστηρά καθορισμένων ορίων και δεν έχει καμία δυνατότητα αναπτυξιακής ή πολιτικής πρωτοβουλίας.

Ο Προϋπολογισμός του 2025 θεωρείται προσωρινά ως Προϋπολογισμός του 2026 μέχρι την έγκριση του νέου, η οποία δεν μπορεί να υπερβεί την 31η Μαρτίου 2026. Όλες οι οικονομικές κινήσεις που θα πραγματοποιηθούν στο διάστημα αυτό θα πρέπει υποχρεωτικά να αποτυπωθούν στον τελικό Προϋπολογισμό του 2026.

Ποιες δαπάνες επιτρέπονται και μόνο αυτές

Κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026 επιτρέπεται αποκλειστικά η πληρωμή μισθοδοσίας αιρετών, μόνιμου και συμβασιούχου προσωπικού, ειδικών συνεργατών, δικηγόρων, ιατρού εργασίας και τεχνικού ασφαλείας, καθώς και παροχών σε είδος για την προστασία των εργαζομένων. Επιτρέπονται επίσης βασικά λειτουργικά έξοδα, όπως γραφική ύλη, καύσιμα, ηλεκτρική ενέργεια, φυσικό αέριο, ύδρευση, τηλεπικοινωνίες και δημοσιεύσεις, τα μισθώματα ακινήτων που στεγάζουν δημοτικές υπηρεσίες, τα τοκοχρεολύσια δανείων, οι υποχρεωτικές ασφαλίσεις, τα ΚΤΕΟ, τα τέλη κυκλοφορίας και τα διόδια.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται οι εισφορές σε συνδέσμους ΟΤΑ, οι δαπάνες διαδημοτικών και προγραμματικών συμβάσεων, οι επιχορηγήσεις ιδρυμάτων και νομικών προσώπων που προβλέπονται στη συστατική τους πράξη, η εκτέλεση τελεσίδικων δικαστικών αποφάσεων, η καταβολή προνοιακών επιδομάτων και οι δαπάνες κοινωνικής προστασίας. Επιτρέπεται ακόμη η υλοποίηση συγχρηματοδοτούμενων έργων από εθνικούς ή ευρωπαϊκούς πόρους, καθώς και οι δαπάνες για σχολεία, παιδικούς σταθμούς, βασικές υποδομές, πολιτική προστασία και περιβάλλον.

Οτιδήποτε εκτός αυτού του πλαισίου δεν μπορεί να εκτελεστεί.

Η μεγάλη παγίδα που απειλεί τη λειτουργία των Δήμων

Για να μπορέσουν να πληρωθούν ακόμη και αυτές οι περιορισμένες δαπάνες, πρέπει να υπάρχουν εγγεγραμμένες πιστώσεις στους αντίστοιχους Κωδικούς Αριθμούς Εξόδων του Προϋπολογισμού 2025. Όπου αυτό δεν ισχύει, απαιτείται αναμόρφωση πριν το τέλος του 2025. Παράλληλα, πρέπει να έχει ολοκληρωθεί η αντιστοίχιση των Κωδικών Αριθμών Εξόδων με τους νέους Αναλυτικούς Λογαριασμούς Εξόδων του Π.Δ. 54/2018. Σε κάθε Απόφαση Ανάληψης Υποχρέωσης και σε κάθε Χρηματικό Ένταλμα Πληρωμής πρέπει να αναφέρεται ρητά ότι εκδίδονται βάσει του άρθρου 160.

Αν κάποιο από τα παραπάνω δεν έχει υλοποιηθεί εγκαίρως, ο Δήμος αδυνατεί να πληρώσει ακόμη και υποχρεωτικές δαπάνες.

Το πραγματικό διακύβευμα

Το Π.Δ. 54/2018 δεν αποτελεί μια τυπική λογιστική αλλαγή. Πρόκειται για μια βαθιά θεσμική μεταρρύθμιση που επηρεάζει άμεσα τη διοικητική επάρκεια των Δήμων, τη διαφάνεια, τη δυνατότητα άσκησης πολιτικής και τη στοιχειώδη καθημερινή λειτουργία τους.

Οι Δήμοι που θα ολοκληρώσουν εγκαίρως τον Προϋπολογισμό του 2026 θα ξεκινήσουν τη χρονιά με κανονικότητα και θεσμική ασφάλεια. Όσοι όχι, θα κινηθούν σε καθεστώς περιορισμών, καθυστερήσεων και αυξημένου κινδύνου διοικητικής ασφυξίας.

γράφει η Σουζάνα Καζάκα